Κλίση του ρήματος σαλτάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

σαλτάρω
to jump
Πλήρης κλίση του ρήματος σαλτάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ σαλτάρω
εσύ σαλτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό σαλτάρει
εμείς σαλτάρουμε
εσείς σαλτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά σαλτάρουν / σαλτάρουνε

Παρατατικός

εγώ σάλταρα / σαλτάριζα
εσύ σάλταρες / σαλτάριζες
αυτός/αυτή/αυτό σάλταρε / σαλτάριζε
εμείς σαλτάραμε
εσείς σαλτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάλταραν / σαλτάραν / σαλτάρανε / σαλτάριζαν

Αόριστος

εγώ σάλταρα / σαλτάρισα
εσύ σάλταρες / σαλτάρισες
αυτός/αυτή/αυτό σάλταρε / σαλτάρισε
εμείς σαλτάραμε
εσείς σαλτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάλταραν / σαλτάραν / σαλτάρανε / σαλτάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα σαλτάρω
εσύ θα σαλτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαλτάρει
εμείς θα σαλτάρουμε
εσείς θα σαλτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαλτάρουν / θα σαλτάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα σαλτάρω
εσύ θα σαλτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαλτάρει
εμείς θα σαλτάρουμε
εσείς θα σαλτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαλτάρουν / θα σαλτάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να σαλτάρω
εσύ να σαλτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να σαλτάρει
εμείς να σαλτάρουμε
εσείς να σαλτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σαλτάρουν / σαλτάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω σαλτάρει
εσύ έχεις σαλτάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σαλτάρει
εμείς έχουμε σαλτάρει
εσείς έχετε σαλτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σαλτάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα σαλτάρει
εσύ είχες σαλτάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σαλτάρει
εμείς είχαμε σαλτάρει
εσείς είχατε σαλτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σαλτάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω σαλτάρει
εσύ θα έχεις σαλτάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σαλτάρει
εμείς θα έχουμε σαλτάρει
εσείς θα έχετε σαλτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σαλτάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) σάλταρε / σαλτάριζε
(εσείς) σαλτάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) σάλταρε / σαλτάρισε
(εσείς) σαλτάρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

σαλτάροντας / έχοντας σαλτάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

σαλταρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

σαλτάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.