to set sail, weigh anchor, depart by sea
Πλήρης κλίση του ρήματος σαλπάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σαλπάρω
εσύ σαλπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό σαλπάρει
εμείς σαλπάρουμε
εσείς σαλπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά σαλπάρουν / σαλπάρουνε
Παρατατικός
εγώ σάλπαρα
εσύ σάλπαρες
αυτός/αυτή/αυτό σάλπαρε
εμείς σαλπάραμε
εσείς σαλπάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάλπαραν / σαλπάραν / σαλπάρανε
Αόριστος
εγώ σάλπαρα
εσύ σάλπαρες
αυτός/αυτή/αυτό σάλπαρε
εμείς σαλπάραμε
εσείς σαλπάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά σάλπαραν / σαλπάραν / σαλπάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σαλπάρω
εσύ θα σαλπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαλπάρει
εμείς θα σαλπάρουμε
εσείς θα σαλπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαλπάρουν / θα σαλπάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σαλπάρω
εσύ θα σαλπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα σαλπάρει
εμείς θα σαλπάρουμε
εσείς θα σαλπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαλπάρουν / θα σαλπάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να σαλπάρω
εσύ να σαλπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να σαλπάρει
εμείς να σαλπάρουμε
εσείς να σαλπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να σαλπάρουν / σαλπάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω σαλπάρει
εσύ έχεις σαλπάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει σαλπάρει
εμείς έχουμε σαλπάρει
εσείς έχετε σαλπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν σαλπάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα σαλπάρει
εσύ είχες σαλπάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε σαλπάρει
εμείς είχαμε σαλπάρει
εσείς είχατε σαλπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν σαλπάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω σαλπάρει
εσύ θα έχεις σαλπάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει σαλπάρει
εμείς θα έχουμε σαλπάρει
εσείς θα έχετε σαλπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν σαλπάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) σάλπαρε
(εσείς) σαλπάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σάλπαρε
(εσείς) σαλπάρτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ σαλπάρομαι
εσύ σαλπάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό σαλπάρεται
εμείς όμαστε
εσείς σαλπάρεστε / όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σαλπάρονται
Παρατατικός
εγώ όμουν / όμουνα
εσύ όσουν / όσουνα
αυτός/αυτή/αυτό όταν / ότανε
εμείς όμασταν / όμαστε
εσείς όσασταν / όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά σαλπάρονταν / όντουσαν
Αόριστος
εγώ ηκα
εσύ ηκες
αυτός/αυτή/αυτό ηκε
εμείς ήκαμε
εσείς ήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηκαν / ήκαν / ήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα σαλπάρομαι
εσύ θα σαλπάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα σαλπάρεται
εμείς θα όμαστε
εσείς θα σαλπάρεστε / θα όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα σαλπάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ώ
εσύ θα είς
αυτός/αυτή/αυτό θα εί
εμείς θα ούμε
εσείς θα είτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ούν / θα ούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ώ
εσύ να είς
αυτός/αυτή/αυτό να εί
εμείς να ούμε
εσείς να είτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ούν / ούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εί
εσύ έχεις εί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εί
εμείς έχουμε εί
εσείς έχετε εί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εί
εσύ είχες εί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εί
εμείς είχαμε εί
εσείς είχατε εί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εί
εσύ θα έχεις εί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εί
εμείς θα έχουμε εί
εσείς θα έχετε εί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) σαλπάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) σαλπάρου
(εσείς) είτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
σαλπάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας σαλπάρει
Απαρέμφατο
σαλπάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.