to risk, to put at risk
Πλήρης κλίση του ρήματος ρισκάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ρισκάρω
εσύ ρισκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό ρισκάρει
εμείς ρισκάρουμε
εσείς ρισκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ρισκάρουν / ρισκάρουνε
Παρατατικός
εγώ ρισκάριζα
εσύ ρισκάριζες
αυτός/αυτή/αυτό ρισκάριζε
εμείς ρισκάραμε
εσείς ρισκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ρισκάριζαν / ρισκάραν / ρισκάρανε
Αόριστος
εγώ ρισκάρισα
εσύ ρισκάρισες
αυτός/αυτή/αυτό ρισκάρισε
εμείς ρισκάραμε
εσείς ρισκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ρισκάρισαν / ρισκάραν / ρισκάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ρισκάρω
εσύ θα ρισκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ρισκάρει
εμείς θα ρισκάρουμε
εσείς θα ρισκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρισκάρουν / θα ρισκάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρισκάρω
εσύ θα ρισκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ρισκάρει
εμείς θα ρισκάρουμε
εσείς θα ρισκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρισκάρουν / θα ρισκάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ρισκάρω
εσύ να ρισκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ρισκάρει
εμείς να ρισκάρουμε
εσείς να ρισκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ρισκάρουν / ρισκάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ρισκάρει
εσύ έχεις ρισκάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ρισκάρει
εμείς έχουμε ρισκάρει
εσείς έχετε ρισκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ρισκάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ρισκάρει
εσύ είχες ρισκάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ρισκάρει
εμείς είχαμε ρισκάρει
εσείς είχατε ρισκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ρισκάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ρισκάρει
εσύ θα έχεις ρισκάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ρισκάρει
εμείς θα έχουμε ρισκάρει
εσείς θα έχετε ρισκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ρισκάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ρισκάριζε
(εσείς) ρισκάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ρισκάρισε
(εσείς) ρισκάρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ρισκάροντας / έχοντας ρισκάρει
Απαρέμφατο
ρισκάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.