to humiliate, make the laughing stock, make to look ridiculous
Πλήρης κλίση του ρήματος ρεζιλεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ρεζιλεύω
εσύ ρεζιλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ρεζιλεύει
εμείς ρεζιλεύουμε
εσείς ρεζιλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ρεζιλεύουν / ρεζιλεύουνε
Παρατατικός
εγώ ρεζίλευα
εσύ ρεζίλευες
αυτός/αυτή/αυτό ρεζίλευε
εμείς ρεζιλεύαμε
εσείς ρεζιλεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ρεζίλευαν / ρεζιλεύαν / ρεζιλεύανε
Αόριστος
εγώ ρεζίλεψα
εσύ ρεζίλεψες
αυτός/αυτή/αυτό ρεζίλεψε
εμείς ρεζιλέψαμε
εσείς ρεζιλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ρεζίλεψαν / ρεζιλέψαν / ρεζιλέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ρεζιλεύω
εσύ θα ρεζιλεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ρεζιλεύει
εμείς θα ρεζιλεύουμε
εσείς θα ρεζιλεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρεζιλεύουν / θα ρεζιλεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρεζιλέψω
εσύ θα ρεζιλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ρεζιλέψει
εμείς θα ρεζιλέψουμε
εσείς θα ρεζιλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρεζιλέψουν / θα ρεζιλέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ρεζιλέψω
εσύ να ρεζιλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ρεζιλέψει
εμείς να ρεζιλέψουμε
εσείς να ρεζιλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ρεζιλέψουν / ρεζιλέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ρεζιλέψει
εσύ έχεις ρεζιλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ρεζιλέψει
εμείς έχουμε ρεζιλέψει
εσείς έχετε ρεζιλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ρεζιλέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ρεζιλέψει
εσύ είχες ρεζιλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ρεζιλέψει
εμείς είχαμε ρεζιλέψει
εσείς είχατε ρεζιλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ρεζιλέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ρεζιλέψει
εσύ θα έχεις ρεζιλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ρεζιλέψει
εμείς θα έχουμε ρεζιλέψει
εσείς θα έχετε ρεζιλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ρεζιλέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ρεζίλευε
(εσείς) ρεζιλεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ρεζίλεψε / ρεζίλευ'
(εσείς) ρεζιλέψτε / ρεζιλεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ρεζιλεύομαι
εσύ ρεζιλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ρεζιλεύεται
εμείς ρεζιλευόμαστε
εσείς ρεζιλεύεστε / ρεζιλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ρεζιλεύονται
Παρατατικός
εγώ ρεζιλευόμουν / ρεζιλευόμουνα
εσύ ρεζιλευόσουν / ρεζιλευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ρεζιλευόταν / ρεζιλευότανε
εμείς ρεζιλευόμασταν / ρεζιλευόμαστε
εσείς ρεζιλευόσασταν / ρεζιλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ρεζιλεύονταν / ρεζιλευόντουσαν
Αόριστος
εγώ ρεζιλεύτηκα
εσύ ρεζιλεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό ρεζιλεύτηκε
εμείς ρεζιλευτήκαμε
εσείς ρεζιλευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ρεζιλεύτηκαν / ρεζιλευτήκαν / ρεζιλευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ρεζιλεύομαι
εσύ θα ρεζιλεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ρεζιλεύεται
εμείς θα ρεζιλευόμαστε
εσείς θα ρεζιλεύεστε / θα ρεζιλευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρεζιλεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρεζιλευτώ
εσύ θα ρεζιλευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ρεζιλευτεί
εμείς θα ρεζιλευτούμε
εσείς θα ρεζιλευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρεζιλευτούν / θα ρεζιλευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ρεζιλευτώ
εσύ να ρεζιλευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να ρεζιλευτεί
εμείς να ρεζιλευτούμε
εσείς να ρεζιλευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ρεζιλευτούν / ρεζιλευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ρεζιλευτεί
εσύ έχεις ρεζιλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ρεζιλευτεί
εμείς έχουμε ρεζιλευτεί
εσείς έχετε ρεζιλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ρεζιλευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ρεζιλευτεί
εσύ είχες ρεζιλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ρεζιλευτεί
εμείς είχαμε ρεζιλευτεί
εσείς είχατε ρεζιλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ρεζιλευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ρεζιλευτεί
εσύ θα έχεις ρεζιλευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ρεζιλευτεί
εμείς θα έχουμε ρεζιλευτεί
εσείς θα έχετε ρεζιλευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ρεζιλευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ρεζιλεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ρεζιλέψου
(εσείς) ρεζιλευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ρεζιλεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ρεζιλέψει
Μετοχή παρακειμένου
ρεζιλεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ρεζιλέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ρεζιλευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.