to flow, run (of liquids)
Πλήρης κλίση του ρήματος ρέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ρέω
εσύ ρέεις
αυτός/αυτή/αυτό ρέει
εμείς ρέουμε
εσείς ρέετε
αυτοί/αυτές/αυτά ρέουν / ρέουνε
Παρατατικός
εγώ έρρεα
εσύ έρρεες
αυτός/αυτή/αυτό έρρεε
εμείς ρέαμε
εσείς ρέατε
αυτοί/αυτές/αυτά έρρεαν / ρέαν / ρέανε
Αόριστος
εγώ έρρευσα
εσύ έρρευσες
αυτός/αυτή/αυτό έρρευσε
εμείς ρεύσαμε
εσείς ρεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έρρευσαν / ρεύσαν / ρεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ρέω
εσύ θα ρέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ρέει
εμείς θα ρέουμε
εσείς θα ρέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρέουν / θα ρέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρεύσω
εσύ θα ρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ρεύσει
εμείς θα ρεύσουμε
εσείς θα ρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ρεύσουν / θα ρεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ρεύσω
εσύ να ρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ρεύσει
εμείς να ρεύσουμε
εσείς να ρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ρεύσουν / ρεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ρεύσει
εσύ έχεις ρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ρεύσει
εμείς έχουμε ρεύσει
εσείς έχετε ρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ρεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ρεύσει
εσύ είχες ρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ρεύσει
εμείς είχαμε ρεύσει
εσείς είχατε ρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ρεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ρεύσει
εσύ θα έχεις ρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ρεύσει
εμείς θα έχουμε ρεύσει
εσείς θα έχετε ρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ρεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ρέε
(εσείς) ρέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ρεύσε
(εσείς) ρεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ρέουσα / έχοντας ρεύσει
Απαρέμφατο
ρεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.