to sell, alternative form of πουλάω (pouláo) and πουλώ (pouló), especially used in advertisements
Πλήρης κλίση του ρήματος πωλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πωλώ
εσύ πωλείς
αυτός/αυτή/αυτό πωλεί
εμείς πωλούμε
εσείς πωλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά πωλούν / πωλούνε
Παρατατικός
εγώ πωλούσα
εσύ πωλούσες
αυτός/αυτή/αυτό πωλούσε
εμείς πωλούσαμε
εσείς πωλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πωλούσαν / πωλούσανε
Αόριστος
εγώ πώλησα
εσύ πώλησες
αυτός/αυτή/αυτό πώλησε
εμείς πωλήσαμε
εσείς πωλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πώλησαν / πωλήσαν / πωλήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πωλώ
εσύ θα πωλείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πωλεί
εμείς θα πωλούμε
εσείς θα πωλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πωλούν / θα πωλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πωλήσω
εσύ θα πωλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πωλήσει
εμείς θα πωλήσουμε
εσείς θα πωλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πωλήσουν / θα πωλήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πωλήσω
εσύ να πωλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πωλήσει
εμείς να πωλήσουμε
εσείς να πωλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πωλήσουν / πωλήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πωλήσει
εσύ έχεις πωλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πωλήσει
εμείς έχουμε πωλήσει
εσείς έχετε πωλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πωλήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πωλήσει
εσύ είχες πωλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πωλήσει
εμείς είχαμε πωλήσει
εσείς είχατε πωλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πωλήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πωλήσει
εσύ θα έχεις πωλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πωλήσει
εμείς θα έχουμε πωλήσει
εσείς θα έχετε πωλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πωλήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πωλείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πώλησε
(εσείς) πωλήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πωλούμαι
εσύ πωλείσαι
αυτός/αυτή/αυτό πωλείται
εμείς πωλούμαστε / πωλούμεθα
εσείς πωλείστε / πωλείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά πωλούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό πωλούνταν
εμείς πωλούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πωλούνταν
Αόριστος
εγώ πωλήθηκα
εσύ πωλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πωλήθηκε
εμείς πωληθήκαμε
εσείς πωληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πωλήθηκαν / πωληθήκαν / πωληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πωλούμαι
εσύ θα πωλείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πωλείται
εμείς θα πωλούμαστε / θα πωλούμεθα
εσείς θα πωλείστε / θα πωλείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πωλούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πωληθώ
εσύ θα πωληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πωληθεί
εμείς θα πωληθούμε
εσείς θα πωληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πωληθούν / θα πωληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πωληθώ
εσύ να πωληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πωληθεί
εμείς να πωληθούμε
εσείς να πωληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πωληθούν / πωληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πωληθεί
εσύ έχεις πωληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πωληθεί
εμείς έχουμε πωληθεί
εσείς έχετε πωληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πωληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πωληθεί
εσύ είχες πωληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πωληθεί
εμείς είχαμε πωληθεί
εσείς είχατε πωληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πωληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πωληθεί
εσύ θα έχεις πωληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πωληθεί
εμείς θα έχουμε πωληθεί
εσείς θα έχετε πωληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πωληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πωλείστε / πωλείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πωλήσου
(εσείς) πωληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πωλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πωλήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πωλούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
πωλημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πωλήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πωληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.