Κλίση του ρήματος πυροδοτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πυροδοτώ
to fire, pull the trigger
Πλήρης κλίση του ρήματος πυροδοτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πυροδοτώ
εσύ πυροδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό πυροδοτεί
εμείς πυροδοτούμε
εσείς πυροδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά πυροδοτούν / πυροδοτούνε

Παρατατικός

εγώ πυροδοτούσα
εσύ πυροδοτούσες
αυτός/αυτή/αυτό πυροδοτούσε
εμείς πυροδοτούσαμε
εσείς πυροδοτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πυροδοτούσαν / πυροδοτούσανε

Αόριστος

εγώ πυροδότησα
εσύ πυροδότησες
αυτός/αυτή/αυτό πυροδότησε
εμείς πυροδοτήσαμε
εσείς πυροδοτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πυροδότησαν / πυροδοτήσαν / πυροδοτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πυροδοτώ
εσύ θα πυροδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πυροδοτεί
εμείς θα πυροδοτούμε
εσείς θα πυροδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πυροδοτούν / θα πυροδοτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πυροδοτήσω
εσύ θα πυροδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πυροδοτήσει
εμείς θα πυροδοτήσουμε
εσείς θα πυροδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πυροδοτήσουν / θα πυροδοτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πυροδοτήσω
εσύ να πυροδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πυροδοτήσει
εμείς να πυροδοτήσουμε
εσείς να πυροδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πυροδοτήσουν / πυροδοτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πυροδοτήσει
εσύ έχεις πυροδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πυροδοτήσει
εμείς έχουμε πυροδοτήσει
εσείς έχετε πυροδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πυροδοτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πυροδοτήσει
εσύ είχες πυροδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πυροδοτήσει
εμείς είχαμε πυροδοτήσει
εσείς είχατε πυροδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πυροδοτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πυροδοτήσει
εσύ θα έχεις πυροδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πυροδοτήσει
εμείς θα έχουμε πυροδοτήσει
εσείς θα έχετε πυροδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πυροδοτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πυροδοτείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πυροδότησε
(εσείς) πυροδοτήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πυροδοτούμαι
εσύ πυροδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό πυροδοτείται
εμείς πυροδοτούμαστε
εσείς πυροδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά πυροδοτούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό πυροδοτούνταν / πυροδοτείτο
εμείς πυροδοτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πυροδοτούνταν / πυροδοτούντο

Αόριστος

εγώ πυροδοτήθηκα
εσύ πυροδοτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πυροδοτήθηκε
εμείς πυροδοτηθήκαμε
εσείς πυροδοτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πυροδοτήθηκαν / πυροδοτηθήκαν / πυροδοτηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πυροδοτούμαι
εσύ θα πυροδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πυροδοτείται
εμείς θα πυροδοτούμαστε
εσείς θα πυροδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πυροδοτούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πυροδοτηθώ
εσύ θα πυροδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πυροδοτηθεί
εμείς θα πυροδοτηθούμε
εσείς θα πυροδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πυροδοτηθούν / θα πυροδοτηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πυροδοτηθώ
εσύ να πυροδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πυροδοτηθεί
εμείς να πυροδοτηθούμε
εσείς να πυροδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πυροδοτηθούν / πυροδοτηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πυροδοτηθεί
εσύ έχεις πυροδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πυροδοτηθεί
εμείς έχουμε πυροδοτηθεί
εσείς έχετε πυροδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πυροδοτηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πυροδοτηθεί
εσύ είχες πυροδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πυροδοτηθεί
εμείς είχαμε πυροδοτηθεί
εσείς είχατε πυροδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πυροδοτηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πυροδοτηθεί
εσύ θα έχεις πυροδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πυροδοτηθεί
εμείς θα έχουμε πυροδοτηθεί
εσείς θα έχετε πυροδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πυροδοτηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πυροδοτείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πυροδοτήσου
(εσείς) πυροδοτηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πυροδοτώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας πυροδοτήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

πυροδοτούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

πυροδοτημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πυροδοτήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

πυροδοτηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.