to register on the official logbook that keeps records of incoming and outgoing documents
Πλήρης κλίση του ρήματος πρωτοκολλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρωτοκολλώ
εσύ πρωτοκολλάς
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοκολλά
εμείς πρωτοκολλούμε
εσείς πρωτοκολλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοκολλούν / πρωτοκολλούνε
Παρατατικός
εγώ πρωτοκολλούσα
εσύ πρωτοκολλούσες
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοκολλούσε
εμείς πρωτοκολλούσαμε
εσείς πρωτοκολλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοκολλούσαν / πρωτοκολλούσανε
Αόριστος
εγώ πρωτοκόλλησα
εσύ πρωτοκόλλησες
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοκόλλησε
εμείς πρωτοκολλήσαμε
εσείς πρωτοκολλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοκόλλησαν / πρωτοκολλήσαν / πρωτοκολλήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρωτοκολλώ
εσύ θα πρωτοκολλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοκολλά
εμείς θα πρωτοκολλούμε
εσείς θα πρωτοκολλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοκολλούν / θα πρωτοκολλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρωτοκολλήσω
εσύ θα πρωτοκολλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοκολλήσει
εμείς θα πρωτοκολλήσουμε
εσείς θα πρωτοκολλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοκολλήσουν / θα πρωτοκολλήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρωτοκολλήσω
εσύ να πρωτοκολλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πρωτοκολλήσει
εμείς να πρωτοκολλήσουμε
εσείς να πρωτοκολλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρωτοκολλήσουν / πρωτοκολλήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρωτοκολλήσει
εσύ έχεις πρωτοκολλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρωτοκολλήσει
εμείς έχουμε πρωτοκολλήσει
εσείς έχετε πρωτοκολλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρωτοκολλήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρωτοκολλήσει
εσύ είχες πρωτοκολλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρωτοκολλήσει
εμείς είχαμε πρωτοκολλήσει
εσείς είχατε πρωτοκολλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρωτοκολλήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρωτοκολλήσει
εσύ θα έχεις πρωτοκολλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρωτοκολλήσει
εμείς θα έχουμε πρωτοκολλήσει
εσείς θα έχετε πρωτοκολλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρωτοκολλήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πρωτοκολλάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρωτοκόλλησε
(εσείς) πρωτοκολλήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρωτοκολλώμαι
εσύ πρωτοκολλάσαι
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοκολλάται
εμείς πρωτοκολλόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς πρωτοκολλάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοκολλώνται
Παρατατικός
εγώ πρωτοκολλούμουν
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοκολλούνταν
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοκολλούνταν / πρωτοκολλώντο
Αόριστος
εγώ πρωτοκολλήθηκα
εσύ πρωτοκολλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοκολλήθηκε
εμείς πρωτοκολληθήκαμε
εσείς πρωτοκολληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοκολλήθηκαν / πρωτοκολληθήκαν / πρωτοκολληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρωτοκολλώμαι
εσύ θα πρωτοκολλάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοκολλάται
εμείς θα πρωτοκολλόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα πρωτοκολλάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοκολλώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρωτοκολληθώ
εσύ θα πρωτοκολληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοκολληθεί
εμείς θα πρωτοκολληθούμε
εσείς θα πρωτοκολληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοκολληθούν / θα πρωτοκολληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρωτοκολληθώ
εσύ να πρωτοκολληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πρωτοκολληθεί
εμείς να πρωτοκολληθούμε
εσείς να πρωτοκολληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρωτοκολληθούν / πρωτοκολληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρωτοκολληθεί
εσύ έχεις πρωτοκολληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρωτοκολληθεί
εμείς έχουμε πρωτοκολληθεί
εσείς έχετε πρωτοκολληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρωτοκολληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρωτοκολληθεί
εσύ είχες πρωτοκολληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρωτοκολληθεί
εμείς είχαμε πρωτοκολληθεί
εσείς είχατε πρωτοκολληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρωτοκολληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρωτοκολληθεί
εσύ θα έχεις πρωτοκολληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρωτοκολληθεί
εμείς θα έχουμε πρωτοκολληθεί
εσείς θα έχετε πρωτοκολληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρωτοκολληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πρωτοκολλάστε / πρωτοκολλάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρωτοκολλήσου
(εσείς) πρωτοκολληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πρωτοκολλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πρωτοκολλήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
➤
Μετοχή παρακειμένου
πρωτοκολλημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πρωτοκολλήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πρωτοκολληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.