to discover for the first time
Πλήρης κλίση του ρήματος πρωτοανακαλύπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρωτοανακαλύπτω
εσύ πρωτοανακαλύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοανακαλύπτει
εμείς πρωτοανακαλύπτουμε
εσείς πρωτοανακαλύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοανακαλύπτουν / πρωτοανακαλύπτουνε
Παρατατικός
εγώ πρωτοανακάλυπτα
εσύ πρωτοανακάλυπτες
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοανακάλυπτε
εμείς πρωτοανακαλύπταμε
εσείς πρωτοανακαλύπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοανακάλυπταν / πρωτοανακαλύπταν / πρωτοανακαλύπτανε
Αόριστος
εγώ πρωτοανακάλυψα
εσύ πρωτοανακάλυψες
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοανακάλυψε
εμείς πρωτοανακαλύψαμε
εσείς πρωτοανακαλύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοανακάλυψαν / πρωτοανακαλύψαν / πρωτοανακαλύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρωτοανακαλύπτω
εσύ θα πρωτοανακαλύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοανακαλύπτει
εμείς θα πρωτοανακαλύπτουμε
εσείς θα πρωτοανακαλύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοανακαλύπτουν / θα πρωτοανακαλύπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρωτοανακαλύψω
εσύ θα πρωτοανακαλύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοανακαλύψει
εμείς θα πρωτοανακαλύψουμε
εσείς θα πρωτοανακαλύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοανακαλύψουν / θα πρωτοανακαλύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρωτοανακαλύψω
εσύ να πρωτοανακαλύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να πρωτοανακαλύψει
εμείς να πρωτοανακαλύψουμε
εσείς να πρωτοανακαλύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρωτοανακαλύψουν / πρωτοανακαλύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρωτοανακαλύψει
εσύ έχεις πρωτοανακαλύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρωτοανακαλύψει
εμείς έχουμε πρωτοανακαλύψει
εσείς έχετε πρωτοανακαλύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρωτοανακαλύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρωτοανακαλύψει
εσύ είχες πρωτοανακαλύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρωτοανακαλύψει
εμείς είχαμε πρωτοανακαλύψει
εσείς είχατε πρωτοανακαλύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρωτοανακαλύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρωτοανακαλύψει
εσύ θα έχεις πρωτοανακαλύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρωτοανακαλύψει
εμείς θα έχουμε πρωτοανακαλύψει
εσείς θα έχετε πρωτοανακαλύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρωτοανακαλύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πρωτοανακάλυπτε
(εσείς) πρωτοανακαλύπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρωτοανακάλυψε
(εσείς) πρωτοανακαλύψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρωτοανακαλύπτομαι
εσύ πρωτοανακαλύπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοανακαλύπτεται
εμείς πρωτοανακαλυπτόμαστε
εσείς πρωτοανακαλύπτεστε / πρωτοανακαλυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοανακαλύπτονται
Παρατατικός
εγώ πρωτοανακαλυπτόμουν / πρωτοανακαλυπτόμουνα
εσύ πρωτοανακαλυπτόσουν / πρωτοανακαλυπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοανακαλυπτόταν / πρωτοανακαλυπτότανε
εμείς πρωτοανακαλυπτόμασταν / πρωτοανακαλυπτόμαστε
εσείς πρωτοανακαλυπτόσασταν / πρωτοανακαλυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοανακαλύπτονταν / πρωτοανακαλυπτόντουσαν
Αόριστος
εγώ πρωτοανακαλύφτηκα / πρωτοανακαλύφθηκα
εσύ πρωτοανακαλύφτηκες / πρωτοανακαλύφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πρωτοανακαλύφτηκε / πρωτοανακαλύφθηκε
εμείς πρωτοανακαλυφτήκαμε / πρωτοανακαλυφθήκαμε
εσείς πρωτοανακαλυφτήκατε / πρωτοανακαλυφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωτοανακαλύφτηκαν / πρωτοανακαλυφτήκαν / πρωτοανακαλυφτήκανε / πρωτοανακαλύφθηκαν / πρωτοανακαλυφθήκαν / πρωτοανακαλυφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρωτοανακαλύπτομαι
εσύ θα πρωτοανακαλύπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοανακαλύπτεται
εμείς θα πρωτοανακαλυπτόμαστε
εσείς θα πρωτοανακαλύπτεστε / θα πρωτοανακαλυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοανακαλύπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρωτοανακαλυφτώ / θα πρωτοανακαλυφθώ
εσύ θα πρωτοανακαλυφτείς / θα πρωτοανακαλυφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωτοανακαλυφτεί / θα πρωτοανακαλυφθεί
εμείς θα πρωτοανακαλυφτούμε / θα πρωτοανακαλυφθούμε
εσείς θα πρωτοανακαλυφτείτε / θα πρωτοανακαλυφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωτοανακαλυφτούν / θα πρωτοανακαλυφτούνε / θα πρωτοανακαλυφθούν / θα πρωτοανακαλυφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρωτοανακαλυφτώ / πρωτοανακαλυφθώ
εσύ να πρωτοανακαλυφτείς / πρωτοανακαλυφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εμείς να πρωτοανακαλυφτούμε / πρωτοανακαλυφθούμε
εσείς να πρωτοανακαλυφτείτε / πρωτοανακαλυφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρωτοανακαλυφτούν / πρωτοανακαλυφτούνε / πρωτοανακαλυφθούν / πρωτοανακαλυφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εσύ έχεις πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εμείς έχουμε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εσείς έχετε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εσύ είχες πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εμείς είχαμε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εσείς είχατε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εσύ θα έχεις πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εμείς θα έχουμε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
εσείς θα έχετε πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πρωτοανακαλύπτεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρωτοανακαλύψου
(εσείς) πρωτοανακαλυφτείτε / πρωτοανακαλυφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πρωτοανακαλύπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πρωτοανακαλύψει
Απαρέμφατο
πρωτοανακαλύψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πρωτοανακαλυφτεί / πρωτοανακαλυφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.