to play the leading role, to star
Πλήρης κλίση του ρήματος πρωταγωνιστώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρωταγωνιστώ
εσύ πρωταγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό πρωταγωνιστεί
εμείς πρωταγωνιστούμε
εσείς πρωταγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωταγωνιστούν / πρωταγωνιστούνε
Παρατατικός
εγώ πρωταγωνιστούσα
εσύ πρωταγωνιστούσες
αυτός/αυτή/αυτό πρωταγωνιστούσε
εμείς πρωταγωνιστούσαμε
εσείς πρωταγωνιστούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωταγωνιστούσαν / πρωταγωνιστούσανε
Αόριστος
εγώ πρωταγωνίστησα
εσύ πρωταγωνίστησες
αυτός/αυτή/αυτό πρωταγωνίστησε
εμείς πρωταγωνιστήσαμε
εσείς πρωταγωνιστήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρωταγωνίστησαν / πρωταγωνιστήσαν / πρωταγωνιστήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρωταγωνιστώ
εσύ θα πρωταγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωταγωνιστεί
εμείς θα πρωταγωνιστούμε
εσείς θα πρωταγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωταγωνιστούν / θα πρωταγωνιστούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρωταγωνιστήσω
εσύ θα πρωταγωνιστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρωταγωνιστήσει
εμείς θα πρωταγωνιστήσουμε
εσείς θα πρωταγωνιστήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρωταγωνιστήσουν / θα πρωταγωνιστήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρωταγωνιστήσω
εσύ να πρωταγωνιστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πρωταγωνιστήσει
εμείς να πρωταγωνιστήσουμε
εσείς να πρωταγωνιστήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρωταγωνιστήσουν / πρωταγωνιστήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρωταγωνιστήσει
εσύ έχεις πρωταγωνιστήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρωταγωνιστήσει
εμείς έχουμε πρωταγωνιστήσει
εσείς έχετε πρωταγωνιστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρωταγωνιστήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρωταγωνιστήσει
εσύ είχες πρωταγωνιστήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρωταγωνιστήσει
εμείς είχαμε πρωταγωνιστήσει
εσείς είχατε πρωταγωνιστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρωταγωνιστήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρωταγωνιστήσει
εσύ θα έχεις πρωταγωνιστήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρωταγωνιστήσει
εμείς θα έχουμε πρωταγωνιστήσει
εσείς θα έχετε πρωταγωνιστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρωταγωνιστήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πρωταγωνιστείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρωταγωνίστησε
(εσείς) πρωταγωνιστήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πρωταγωνιστώντας / έχοντας πρωταγωνιστήσει
Απαρέμφατο
πρωταγωνιστήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.