Κλίση του ρήματος προφητεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προφητεύω
to prophesy, predict
Πλήρης κλίση του ρήματος προφητεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προφητεύω
εσύ προφητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό προφητεύει
εμείς προφητεύουμε
εσείς προφητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά προφητεύουν / προφητεύουνε

Παρατατικός

εγώ προφήτευα
εσύ προφήτευες
αυτός/αυτή/αυτό προφήτευε
εμείς προφητεύαμε
εσείς προφητεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά προφήτευαν / προφητεύαν / προφητεύανε

Αόριστος

εγώ προφήτευσα / προφήτεψα
εσύ προφήτευσες / προφήτεψες
αυτός/αυτή/αυτό προφήτευσε / προφήτεψε
εμείς προφητεύσαμε / προφητέψαμε
εσείς προφητεύσατε / προφητέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά προφήτευσαν / προφητεύσαν / προφητεύσανε / προφήτεψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προφητεύω
εσύ θα προφητεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προφητεύει
εμείς θα προφητεύουμε
εσείς θα προφητεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προφητεύουν / θα προφητεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προφητεύσω / θα προφητέψω
εσύ θα προφητεύσεις / θα προφητέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προφητεύσει / θα προφητέψει
εμείς θα προφητεύσουμε / θα προφητέψουμε
εσείς θα προφητεύσετε / θα προφητέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προφητεύσουν / θα προφητεύσουνε / θα προφητέψουν / θα προφητέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προφητεύσω / προφητέψω
εσύ να προφητεύσεις / προφητέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προφητεύσει / προφητέψει
εμείς να προφητεύσουμε / προφητέψουμε
εσείς να προφητεύσετε / προφητέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προφητεύσουν / προφητεύσουνε / προφητέψουν / προφητέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προφητεύσει / προφητέψει
εσύ έχεις προφητεύσει / προφητέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προφητεύσει / προφητέψει
εμείς έχουμε προφητεύσει / προφητέψει
εσείς έχετε προφητεύσει / προφητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προφητεύσει / προφητέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προφητεύσει / προφητέψει
εσύ είχες προφητεύσει / προφητέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προφητεύσει / προφητέψει
εμείς είχαμε προφητεύσει / προφητέψει
εσείς είχατε προφητεύσει / προφητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προφητεύσει / προφητέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προφητεύσει / προφητέψει
εσύ θα έχεις προφητεύσει / προφητέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προφητεύσει / προφητέψει
εμείς θα έχουμε προφητεύσει / προφητέψει
εσείς θα έχετε προφητεύσει / προφητέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προφητεύσει / προφητέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) προφήτευε
(εσείς) προφητεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προφήτευσε / προφήτεψε / προφήτευ'
(εσείς) προφητεύστε / προφητέψτε / προφητεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προφητεύομαι
εσύ προφητεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προφητεύεται
εμείς προφητευόμαστε
εσείς προφητεύεστε / προφητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προφητεύονται

Παρατατικός

εγώ προφητευόμουν / προφητευόμουνα
εσύ προφητευόσουν / προφητευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προφητευόταν / προφητευότανε
εμείς προφητευόμασταν / προφητευόμαστε
εσείς προφητευόσασταν / προφητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προφητεύονταν / προφητευόντουσαν

Αόριστος

εγώ προφητεύθηκα / προφητεύτηκα
εσύ προφητεύθηκες / προφητεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό προφητεύθηκε / προφητεύτηκε
εμείς προφητευθήκαμε / προφητευτήκαμε
εσείς προφητευθήκατε / προφητευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προφητεύθηκαν / προφητευθήκαν / προφητευθήκανε / προφητεύτηκαν / προφητευτήκαν / προφητευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προφητεύομαι
εσύ θα προφητεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προφητεύεται
εμείς θα προφητευόμαστε
εσείς θα προφητεύεστε / θα προφητευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προφητεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προφητευθώ / θα προφητευτώ
εσύ θα προφητευθείς / θα προφητευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προφητευθεί / θα προφητευτεί
εμείς θα προφητευθούμε / θα προφητευτούμε
εσείς θα προφητευθείτε / θα προφητευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προφητευθούν / θα προφητευθούνε / θα προφητευτούν / θα προφητευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προφητευθώ / προφητευτώ
εσύ να προφητευθείς / προφητευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να προφητευθεί / προφητευτεί
εμείς να προφητευθούμε / προφητευτούμε
εσείς να προφητευθείτε / προφητευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προφητευθούν / προφητευθούνε / προφητευτούν / προφητευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προφητευθεί / προφητευτεί
εσύ έχεις προφητευθεί / προφητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προφητευθεί / προφητευτεί
εμείς έχουμε προφητευθεί / προφητευτεί
εσείς έχετε προφητευθεί / προφητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προφητευθεί / προφητευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προφητευθεί / προφητευτεί
εσύ είχες προφητευθεί / προφητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προφητευθεί / προφητευτεί
εμείς είχαμε προφητευθεί / προφητευτεί
εσείς είχατε προφητευθεί / προφητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προφητευθεί / προφητευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προφητευθεί / προφητευτεί
εσύ θα έχεις προφητευθεί / προφητευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προφητευθεί / προφητευτεί
εμείς θα έχουμε προφητευθεί / προφητευτεί
εσείς θα έχετε προφητευθεί / προφητευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προφητευθεί / προφητευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προφητεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προφητεύσου / προφητέψου
(εσείς) προφητευθείτε / προφητευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προφητεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας προφητεύσει / προφητέψει

Μετοχή παρακειμένου

προφητευμένος, -η, -o

Απαρέμφατο

προφητεύσει / προφητέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

προφητευθεί / προφητευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.