Κλίση του ρήματος προφασίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προφασίζομαι
to pretend, sham, feign
Πλήρης κλίση του ρήματος προφασίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προφασίζομαι
εσύ προφασίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προφασίζεται
εμείς προφασιζόμαστε
εσείς προφασίζεστε / προφασιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προφασίζονται

Παρατατικός

εγώ προφασιζόμουν / προφασιζόμουνα
εσύ προφασιζόσουν / προφασιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προφασιζόταν / προφασιζότανε
εμείς προφασιζόμασταν / προφασιζόμαστε
εσείς προφασιζόσασταν / προφασιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προφασίζονταν / προφασιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ προφασίστηκα
εσύ προφασίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό προφασίστηκε
εμείς προφασιστήκαμε
εσείς προφασιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προφασίστηκαν / προφασιστήκαν / προφασιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προφασίζομαι
εσύ θα προφασίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προφασίζεται
εμείς θα προφασιζόμαστε
εσείς θα προφασίζεστε / θα προφασιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προφασίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προφασιστώ
εσύ θα προφασιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προφασιστεί
εμείς θα προφασιστούμε
εσείς θα προφασιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προφασιστούν / θα προφασιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προφασιστώ
εσύ να προφασιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να προφασιστεί
εμείς να προφασιστούμε
εσείς να προφασιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προφασιστούν / προφασιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προφασιστεί
εσύ έχεις προφασιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προφασιστεί
εμείς έχουμε προφασιστεί
εσείς έχετε προφασιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προφασιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προφασιστεί
εσύ είχες προφασιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προφασιστεί
εμείς είχαμε προφασιστεί
εσείς είχατε προφασιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προφασιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προφασιστεί
εσύ θα έχεις προφασιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προφασιστεί
εμείς θα έχουμε προφασιστεί
εσείς θα έχετε προφασιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προφασιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προφασίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προφασίσου
(εσείς) προφασιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

προφασιζόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

προφασιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.