to protect, safeguard
Πλήρης κλίση του ρήματος προστατεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προστατεύω
εσύ προστατεύεις
αυτός/αυτή/αυτό προστατεύει
εμείς προστατεύουμε
εσείς προστατεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά προστατεύουν / προστατεύουνε
Παρατατικός
εγώ προστάτευα
εσύ προστάτευες
αυτός/αυτή/αυτό προστάτευε
εμείς προστατεύαμε
εσείς προστατεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά προστάτευαν / προστατεύαν / προστατεύανε
Αόριστος
εγώ προστάτευσα / προστάτεψα
εσύ προστάτευσες / προστάτεψες
αυτός/αυτή/αυτό προστάτευσε / προστάτεψε
εμείς προστατεύσαμε / προστατέψαμε
εσείς προστατεύσατε / προστατέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά προστάτευσαν / προστατεύσαν / προστατεύσανε / προστάτεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προστατεύω
εσύ θα προστατεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προστατεύει
εμείς θα προστατεύουμε
εσείς θα προστατεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προστατεύουν / θα προστατεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προστατεύσω / θα προστατέψω
εσύ θα προστατεύσεις / θα προστατέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προστατεύσει / θα προστατέψει
εμείς θα προστατεύσουμε / θα προστατέψουμε
εσείς θα προστατεύσετε / θα προστατέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προστατεύσουν / θα προστατεύσουνε / θα προστατέψουν / θα προστατέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προστατεύσω / προστατέψω
εσύ να προστατεύσεις / προστατέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προστατεύσει / προστατέψει
εμείς να προστατεύσουμε / προστατέψουμε
εσείς να προστατεύσετε / προστατέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προστατεύσουν / προστατεύσουνε / προστατέψουν / προστατέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προστατεύσει / προστατέψει
εσύ έχεις προστατεύσει / προστατέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προστατεύσει / προστατέψει
εμείς έχουμε προστατεύσει / προστατέψει
εσείς έχετε προστατεύσει / προστατέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προστατεύσει / προστατέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προστατεύσει / προστατέψει
εσύ είχες προστατεύσει / προστατέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προστατεύσει / προστατέψει
εμείς είχαμε προστατεύσει / προστατέψει
εσείς είχατε προστατεύσει / προστατέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προστατεύσει / προστατέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προστατεύσει / προστατέψει
εσύ θα έχεις προστατεύσει / προστατέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προστατεύσει / προστατέψει
εμείς θα έχουμε προστατεύσει / προστατέψει
εσείς θα έχετε προστατεύσει / προστατέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προστατεύσει / προστατέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προστάτευε
(εσείς) προστατεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προστάτευσε / προστάτεψε / προστάτευ'
(εσείς) προστατεύστε / προστατέψτε / προστατεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προστατεύομαι
εσύ προστατεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προστατεύεται
εμείς προστατευόμαστε
εσείς προστατεύεστε / προστατευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προστατεύονται
Παρατατικός
εγώ προστατευόμουν / προστατευόμουνα
εσύ προστατευόσουν / προστατευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προστατευόταν / προστατευότανε
εμείς προστατευόμασταν / προστατευόμαστε
εσείς προστατευόσασταν / προστατευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προστατεύονταν / προστατευόντουσαν
Αόριστος
εγώ προστατεύθηκα / προστατεύτηκα
εσύ προστατεύθηκες / προστατεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό προστατεύθηκε / προστατεύτηκε
εμείς προστατευθήκαμε / προστατευτήκαμε
εσείς προστατευθήκατε / προστατευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προστατεύθηκαν / προστατευθήκαν / προστατευθήκανε / προστατεύτηκαν / προστατευτήκαν / προστατευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προστατεύομαι
εσύ θα προστατεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προστατεύεται
εμείς θα προστατευόμαστε
εσείς θα προστατεύεστε / θα προστατευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προστατεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προστατευθώ / θα προστατευτώ
εσύ θα προστατευθείς / θα προστατευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προστατευθεί / θα προστατευτεί
εμείς θα προστατευθούμε / θα προστατευτούμε
εσείς θα προστατευθείτε / θα προστατευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προστατευθούν / θα προστατευθούνε / θα προστατευτούν / θα προστατευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προστατευθώ / προστατευτώ
εσύ να προστατευθείς / προστατευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να προστατευθεί / προστατευτεί
εμείς να προστατευθούμε / προστατευτούμε
εσείς να προστατευθείτε / προστατευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προστατευθούν / προστατευθούνε / προστατευτούν / προστατευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προστατευθεί / προστατευτεί
εσύ έχεις προστατευθεί / προστατευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προστατευθεί / προστατευτεί
εμείς έχουμε προστατευθεί / προστατευτεί
εσείς έχετε προστατευθεί / προστατευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προστατευθεί / προστατευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προστατευθεί / προστατευτεί
εσύ είχες προστατευθεί / προστατευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προστατευθεί / προστατευτεί
εμείς είχαμε προστατευθεί / προστατευτεί
εσείς είχατε προστατευθεί / προστατευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προστατευθεί / προστατευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προστατευθεί / προστατευτεί
εσύ θα έχεις προστατευθεί / προστατευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προστατευθεί / προστατευτεί
εμείς θα έχουμε προστατευθεί / προστατευτεί
εσείς θα έχετε προστατευθεί / προστατευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προστατευθεί / προστατευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προστατεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προστατεύσου / προστατέψου
(εσείς) προστατευθείτε / προστατευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προστατεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προστατεύσει / προστατέψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προστατευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
προστατευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προστατεύσει / προστατέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προστατευθεί / προστατευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.