to attempt, try
Πλήρης κλίση του ρήματος προσπαθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσπαθώ
εσύ προσπαθείς
αυτός/αυτή/αυτό προσπαθεί
εμείς προσπαθούμε
εσείς προσπαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά προσπαθούν / προσπαθούνε
Παρατατικός
εγώ προσπαθούσα
εσύ προσπαθούσες
αυτός/αυτή/αυτό προσπαθούσε
εμείς προσπαθούσαμε
εσείς προσπαθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσπαθούσαν / προσπαθούσανε
Αόριστος
εγώ προσπάθησα
εσύ προσπάθησες
αυτός/αυτή/αυτό προσπάθησε
εμείς προσπαθήσαμε
εσείς προσπαθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσπάθησαν / προσπαθήσαν / προσπαθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσπαθώ
εσύ θα προσπαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσπαθεί
εμείς θα προσπαθούμε
εσείς θα προσπαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσπαθούν / θα προσπαθούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσπαθήσω
εσύ θα προσπαθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσπαθήσει
εμείς θα προσπαθήσουμε
εσείς θα προσπαθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσπαθήσουν / θα προσπαθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσπαθήσω
εσύ να προσπαθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσπαθήσει
εμείς να προσπαθήσουμε
εσείς να προσπαθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσπαθήσουν / προσπαθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσπαθήσει
εσύ έχεις προσπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσπαθήσει
εμείς έχουμε προσπαθήσει
εσείς έχετε προσπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσπαθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσπαθήσει
εσύ είχες προσπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσπαθήσει
εμείς είχαμε προσπαθήσει
εσείς είχατε προσπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσπαθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσπαθήσει
εσύ θα έχεις προσπαθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσπαθήσει
εμείς θα έχουμε προσπαθήσει
εσείς θα έχετε προσπαθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσπαθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προσπαθείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσπάθησε
(εσείς) προσπαθήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προσπαθώντας / έχοντας προσπαθήσει
Απαρέμφατο
προσπαθήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.