Κλίση του ρήματος προσκόπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προσκόπτω
stumble, meet with difficulties
Πλήρης κλίση του ρήματος προσκόπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προσκόπτω
εσύ προσκόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό προσκόπτει
εμείς προσκόπτουμε
εσείς προσκόπτετε

Παρατατικός

εγώ προσέκοπτα
εσύ προσέκοπτες
αυτός/αυτή/αυτό προσέκοπτε
εμείς προσκόπταμε
εσείς προσκόπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέκοπταν

Αόριστος

εγώ προσέκοψα
εσύ προσέκοψες
αυτός/αυτή/αυτό προσέκοψε
εμείς προσκόψαμε
εσείς προσκόψατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέκοψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προσκόπτω
εσύ θα προσκόπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσκόπτει
εμείς θα προσκόπτουμε
εσείς θα προσκόπτετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προσκόψω
εσύ θα προσκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσκόψει
εμείς θα προσκόψουμε
εσείς θα προσκόψετε

Υποτακτική (να)

εγώ να προσκόψω
εσύ να προσκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσκόψει
εμείς να προσκόψουμε
εσείς να προσκόψετε

Παρακείμενος

εγώ έχω προσκόψει
εσύ έχεις προσκόψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσκόψει
εμείς έχουμε προσκόψει
εσείς έχετε προσκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσκόψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προσκόψει
εσύ είχες προσκόψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσκόψει
εμείς είχαμε προσκόψει
εσείς είχατε προσκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσκόψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προσκόψει
εσύ θα έχεις προσκόψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσκόψει
εμείς θα έχουμε προσκόψει
εσείς θα έχετε προσκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσκόψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πρόσκοπτε
(εσείς) προσκόπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πρόσκοψε
(εσείς) προσκόψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προσκόπτοντας / έχοντας προσκόψει

Απαρέμφατο

προσκόψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.