Κλίση του ρήματος προσκρούω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προσκρούω
to knock against, have a collision
Πλήρης κλίση του ρήματος προσκρούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προσκρούω
εσύ προσκρούεις
αυτός/αυτή/αυτό προσκρούει
εμείς προσκρούουμε
εσείς προσκρούετε

Παρατατικός

εγώ προσέκρουα
εσύ προσέκρουες
αυτός/αυτή/αυτό προσέκρουε
εμείς προσκρούαμε
εσείς προσκρούατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέκρουαν

Αόριστος

εγώ προσέκρουσα
εσύ προσέκρουσες
αυτός/αυτή/αυτό προσέκρουσε
εμείς προσκρούσαμε
εσείς προσκρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέκρουσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προσκρούω
εσύ θα προσκρούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσκρούει
εμείς θα προσκρούουμε
εσείς θα προσκρούετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προσκρούσω
εσύ θα προσκρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσκρούσει
εμείς θα προσκρούσουμε
εσείς θα προσκρούσετε

Υποτακτική (να)

εγώ να προσκρούσω
εσύ να προσκρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσκρούσει
εμείς να προσκρούσουμε
εσείς να προσκρούσετε

Παρακείμενος

εγώ έχω προσκρούσει
εσύ έχεις προσκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσκρούσει
εμείς έχουμε προσκρούσει
εσείς έχετε προσκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσκρούσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προσκρούσει
εσύ είχες προσκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσκρούσει
εμείς είχαμε προσκρούσει
εσείς είχατε προσκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσκρούσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προσκρούσει
εσύ θα έχεις προσκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσκρούσει
εμείς θα έχουμε προσκρούσει
εσείς θα έχετε προσκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσκρούσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πρόσκρουε
(εσείς) προσκρούετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πρόσκρουσε
(εσείς) προσκρούστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προσκρούοντας / έχοντας προσκρούσει

Απαρέμφατο

προσκρούσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.