to pray
Πλήρης κλίση του ρήματος προσεύχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσεύχομαι
εσύ προσεύχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσεύχεται
εμείς προσευχόμαστε / προσευχόμεθα
εσείς προσεύχεστε / προσευχόσαστε / προσεύχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά προσεύχονται
Παρατατικός
εγώ προσευχόμουν / προσευχόμουνα
εσύ προσευχόσουν / προσευχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προσευχόταν / προσευχότανε
εμείς προσευχόμασταν / προσευχόμαστε
εσείς προσευχόσασταν / προσευχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσεύχονταν / προσευχόντουσαν
Αόριστος
εγώ προσευχήθηκα
εσύ προσευχήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προσευχήθηκε
εμείς προσευχηθήκαμε
εσείς προσευχηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσευχήθηκαν / προσευχηθήκαν / προσευχηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσεύχομαι
εσύ θα προσεύχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσεύχεται
εμείς θα προσευχόμαστε / θα προσευχόμεθα
εσείς θα προσεύχεστε / θα προσευχόσαστε / θα προσεύχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσεύχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσευχηθώ
εσύ θα προσευχηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσευχηθεί
εμείς θα προσευχηθούμε
εσείς θα προσευχηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσευχηθούν / θα προσευχηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσευχηθώ
εσύ να προσευχηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προσευχηθεί
εμείς να προσευχηθούμε
εσείς να προσευχηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσευχηθούν / προσευχηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσευχηθεί
εσύ έχεις προσευχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσευχηθεί
εμείς έχουμε προσευχηθεί
εσείς έχετε προσευχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσευχηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσευχηθεί
εσύ είχες προσευχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσευχηθεί
εμείς είχαμε προσευχηθεί
εσείς είχατε προσευχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσευχηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσευχηθεί
εσύ θα έχεις προσευχηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσευχηθεί
εμείς θα έχουμε προσευχηθεί
εσείς θα έχετε προσευχηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσευχηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προσεύχου
(εσείς) προσεύχεστε / προσεύχεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσευχήσου
(εσείς) προσευχηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προσευχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
προσευχηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.