Κλίση του ρήματος προσελκύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προσελκύω
to attract
Πλήρης κλίση του ρήματος προσελκύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προσελκύω
εσύ προσελκύεις
αυτός/αυτή/αυτό προσελκύει
εμείς προσελκύουμε
εσείς προσελκύετε
αυτοί/αυτές/αυτά προσελκύουν / προσελκύουνε

Παρατατικός

εγώ προσέλκυα / προσείλκυα
εσύ προσέλκυες / προσείλκυες
αυτός/αυτή/αυτό προσέλκυε / προσείλκυε
εμείς προσελκύαμε
εσείς προσελκύατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέλκυαν / προσελκύαν / προσελκύανε / προσείλκυαν

Αόριστος

εγώ προσέλκυσα / προσείλκυσα
εσύ προσέλκυσες / προσείλκυσες
αυτός/αυτή/αυτό προσέλκυσε / προσείλκυσε
εμείς προσελκύσαμε
εσείς προσελκύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέλκυσαν / προσελκύσαν / προσελκύσανε / προσείλκυσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προσελκύω
εσύ θα προσελκύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσελκύει
εμείς θα προσελκύουμε
εσείς θα προσελκύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσελκύουν / θα προσελκύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προσελκύσω
εσύ θα προσελκύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσελκύσει
εμείς θα προσελκύσουμε
εσείς θα προσελκύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσελκύσουν / θα προσελκύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προσελκύσω
εσύ να προσελκύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσελκύσει
εμείς να προσελκύσουμε
εσείς να προσελκύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσελκύσουν / προσελκύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προσελκύσει
εσύ έχεις προσελκύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσελκύσει
εμείς έχουμε προσελκύσει
εσείς έχετε προσελκύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσελκύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προσελκύσει
εσύ είχες προσελκύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσελκύσει
εμείς είχαμε προσελκύσει
εσείς είχατε προσελκύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσελκύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προσελκύσει
εσύ θα έχεις προσελκύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσελκύσει
εμείς θα έχουμε προσελκύσει
εσείς θα έχετε προσελκύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσελκύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) προσέλκυε
(εσείς) προσελκύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προσέλκυσε
(εσείς) προσελκύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προσελκύομαι
εσύ προσελκύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσελκύεται
εμείς προσελκυόμαστε
εσείς προσελκύεστε / προσελκυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσελκύονται

Παρατατικός

εγώ προσελκυόμουν / προσελκυόμουνα
εσύ προσελκυόσουν / προσελκυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προσελκυόταν / προσελκυότανε
εμείς προσελκυόμασταν / προσελκυόμαστε
εσείς προσελκυόσασταν / προσελκυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσελκύονταν / προσελκυόντουσαν

Αόριστος

εγώ προσελκύστηκα / προσελκύσθηκα
εσύ προσελκύστηκες / προσελκύσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προσελκύστηκε / προσελκύσθηκε
εμείς προσελκυστήκαμε / προσελκυσθήκαμε
εσείς προσελκυστήκατε / προσελκυσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσελκύστηκαν / προσελκυστήκαν / προσελκυστήκανε / προσελκύσθηκαν / προσελκυσθήκαν / προσελκυσθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προσελκύομαι
εσύ θα προσελκύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσελκύεται
εμείς θα προσελκυόμαστε
εσείς θα προσελκύεστε / θα προσελκυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσελκύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προσελκυστώ / θα προσελκυσθώ
εσύ θα προσελκυστείς / θα προσελκυσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσελκυστεί / θα προσελκυσθεί
εμείς θα προσελκυστούμε / θα προσελκυσθούμε
εσείς θα προσελκυστείτε / θα προσελκυσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσελκυστούν / θα προσελκυστούνε / θα προσελκυσθούν / θα προσελκυσθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προσελκυστώ / προσελκυσθώ
εσύ να προσελκυστείς / προσελκυσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εμείς να προσελκυστούμε / προσελκυσθούμε
εσείς να προσελκυστείτε / προσελκυσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσελκυστούν / προσελκυστούνε / προσελκυσθούν / προσελκυσθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εσύ έχεις προσελκυστεί / προσελκυσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εμείς έχουμε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εσείς έχετε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσελκυστεί / προσελκυσθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εσύ είχες προσελκυστεί / προσελκυσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εμείς είχαμε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εσείς είχατε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσελκυστεί / προσελκυσθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εσύ θα έχεις προσελκυστεί / προσελκυσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εμείς θα έχουμε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
εσείς θα έχετε προσελκυστεί / προσελκυσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσελκυστεί / προσελκυσθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προσελκύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προσελκύσου
(εσείς) προσελκυστείτε / προσελκυσθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προσελκύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας προσελκύσει

Μετοχή παρακειμένου

‑η

Απαρέμφατο

προσελκύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

προσελκυστεί / προσελκυσθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.