Κλίση του ρήματος προσεγγίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προσεγγίζω
to draw near, come near, approach
Πλήρης κλίση του ρήματος προσεγγίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προσεγγίζω
εσύ προσεγγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό προσεγγίζει
εμείς προσεγγίζουμε
εσείς προσεγγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά προσεγγίζουν / προσεγγίζουνε

Παρατατικός

εγώ προσέγγιζα
εσύ προσέγγιζες
αυτός/αυτή/αυτό προσέγγιζε
εμείς προσεγγίζαμε
εσείς προσεγγίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέγγιζαν / προσεγγίζαν / προσεγγίζανε

Αόριστος

εγώ προσέγγισα
εσύ προσέγγισες
αυτός/αυτή/αυτό προσέγγισε
εμείς προσεγγίσαμε
εσείς προσεγγίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέγγισαν / προσεγγίσαν / προσεγγίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προσεγγίζω
εσύ θα προσεγγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσεγγίζει
εμείς θα προσεγγίζουμε
εσείς θα προσεγγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσεγγίζουν / θα προσεγγίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προσεγγίσω
εσύ θα προσεγγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσεγγίσει
εμείς θα προσεγγίσουμε
εσείς θα προσεγγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσεγγίσουν / θα προσεγγίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προσεγγίσω
εσύ να προσεγγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσεγγίσει
εμείς να προσεγγίσουμε
εσείς να προσεγγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσεγγίσουν / προσεγγίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προσεγγίσει
εσύ έχεις προσεγγίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσεγγίσει
εμείς έχουμε προσεγγίσει
εσείς έχετε προσεγγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσεγγίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προσεγγίσει
εσύ είχες προσεγγίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσεγγίσει
εμείς είχαμε προσεγγίσει
εσείς είχατε προσεγγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσεγγίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προσεγγίσει
εσύ θα έχεις προσεγγίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσεγγίσει
εμείς θα έχουμε προσεγγίσει
εσείς θα έχετε προσεγγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσεγγίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) προσέγγιζε
(εσείς) προσεγγίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προσέγγισε
(εσείς) προσεγγίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προσεγγίζομαι
εσύ προσεγγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσεγγίζεται
εμείς προσεγγιζόμαστε
εσείς προσεγγίζεστε / προσεγγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσεγγίζονται

Παρατατικός

εγώ προσεγγιζόμουν / προσεγγιζόμουνα
εσύ προσεγγιζόσουν / προσεγγιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προσεγγιζόταν / προσεγγιζότανε
εμείς προσεγγιζόμασταν / προσεγγιζόμαστε
εσείς προσεγγιζόσασταν / προσεγγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσεγγίζονταν / προσεγγιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ προσεγγίστηκα
εσύ προσεγγίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό προσεγγίστηκε
εμείς προσεγγιστήκαμε
εσείς προσεγγιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσεγγίστηκαν / προσεγγιστήκαν / προσεγγιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προσεγγίζομαι
εσύ θα προσεγγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσεγγίζεται
εμείς θα προσεγγιζόμαστε
εσείς θα προσεγγίζεστε / θα προσεγγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσεγγίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προσεγγιστώ
εσύ θα προσεγγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσεγγιστεί
εμείς θα προσεγγιστούμε
εσείς θα προσεγγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσεγγιστούν / θα προσεγγιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προσεγγιστώ
εσύ να προσεγγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να προσεγγιστεί
εμείς να προσεγγιστούμε
εσείς να προσεγγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσεγγιστούν / προσεγγιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προσεγγιστεί
εσύ έχεις προσεγγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσεγγιστεί
εμείς έχουμε προσεγγιστεί
εσείς έχετε προσεγγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσεγγιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προσεγγιστεί
εσύ είχες προσεγγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσεγγιστεί
εμείς είχαμε προσεγγιστεί
εσείς είχατε προσεγγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσεγγιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προσεγγιστεί
εσύ θα έχεις προσεγγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσεγγιστεί
εμείς θα έχουμε προσεγγιστεί
εσείς θα έχετε προσεγγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσεγγιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προσεγγίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προσεγγίσου
(εσείς) προσεγγιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προσεγγίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας προσεγγίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

προσεγγιζόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

προσεγγίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

προσεγγιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.