to determine (to ascertain definitely; to figure out, find out, or conclude by analyzing, calculating, or investigating)
Πλήρης κλίση του ρήματος προσδιορίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσδιορίζω
εσύ προσδιορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό προσδιορίζει
εμείς προσδιορίζουμε
εσείς προσδιορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά προσδιορίζουν / προσδιορίζουνε
Παρατατικός
εγώ προσδιόριζα
εσύ προσδιόριζες
αυτός/αυτή/αυτό προσδιόριζε
εμείς προσδιορίζαμε
εσείς προσδιορίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσδιόριζαν / προσδιορίζαν / προσδιορίζανε
Αόριστος
εγώ προσδιόρισα
εσύ προσδιόρισες
αυτός/αυτή/αυτό προσδιόρισε
εμείς προσδιορίσαμε
εσείς προσδιορίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσδιόρισαν / προσδιορίσαν / προσδιορίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσδιορίζω
εσύ θα προσδιορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσδιορίζει
εμείς θα προσδιορίζουμε
εσείς θα προσδιορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσδιορίζουν / θα προσδιορίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσδιορίσω
εσύ θα προσδιορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσδιορίσει
εμείς θα προσδιορίσουμε
εσείς θα προσδιορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσδιορίσουν / θα προσδιορίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσδιορίσω
εσύ να προσδιορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσδιορίσει
εμείς να προσδιορίσουμε
εσείς να προσδιορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσδιορίσουν / προσδιορίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσδιορίσει
εσύ έχεις προσδιορίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσδιορίσει
εμείς έχουμε προσδιορίσει
εσείς έχετε προσδιορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσδιορίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσδιορίσει
εσύ είχες προσδιορίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσδιορίσει
εμείς είχαμε προσδιορίσει
εσείς είχατε προσδιορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσδιορίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσδιορίσει
εσύ θα έχεις προσδιορίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσδιορίσει
εμείς θα έχουμε προσδιορίσει
εσείς θα έχετε προσδιορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσδιορίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προσδιόριζε
(εσείς) προσδιορίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσδιόρισε
(εσείς) προσδιορίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσδιορίζομαι
εσύ προσδιορίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσδιορίζεται
εμείς προσδιοριζόμαστε
εσείς προσδιορίζεστε / προσδιοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσδιορίζονται
Παρατατικός
εγώ προσδιοριζόμουν / προσδιοριζόμουνα
εσύ προσδιοριζόσουν / προσδιοριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προσδιοριζόταν / προσδιοριζότανε
εμείς προσδιοριζόμασταν / προσδιοριζόμαστε
εσείς προσδιοριζόσασταν / προσδιοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσδιορίζονταν / προσδιοριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ προσδιορίστηκα
εσύ προσδιορίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό προσδιορίστηκε
εμείς προσδιοριστήκαμε
εσείς προσδιοριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσδιορίστηκαν / προσδιοριστήκαν / προσδιοριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσδιορίζομαι
εσύ θα προσδιορίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσδιορίζεται
εμείς θα προσδιοριζόμαστε
εσείς θα προσδιορίζεστε / θα προσδιοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσδιορίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσδιοριστώ
εσύ θα προσδιοριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσδιοριστεί
εμείς θα προσδιοριστούμε
εσείς θα προσδιοριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσδιοριστούν / θα προσδιοριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσδιοριστώ
εσύ να προσδιοριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να προσδιοριστεί
εμείς να προσδιοριστούμε
εσείς να προσδιοριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσδιοριστούν / προσδιοριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσδιοριστεί
εσύ έχεις προσδιοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσδιοριστεί
εμείς έχουμε προσδιοριστεί
εσείς έχετε προσδιοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσδιοριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσδιοριστεί
εσύ είχες προσδιοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσδιοριστεί
εμείς είχαμε προσδιοριστεί
εσείς είχατε προσδιοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσδιοριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσδιοριστεί
εσύ θα έχεις προσδιοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσδιοριστεί
εμείς θα έχουμε προσδιοριστεί
εσείς θα έχετε προσδιοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσδιοριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προσδιορίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσδιορίσου
(εσείς) προσδιοριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προσδιορίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προσδιορίσει
Μετοχή παρακειμένου
προσδιορισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προσδιορίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προσδιοριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.