to annex
Πλήρης κλίση του ρήματος προσαρτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσαρτώ
εσύ προσαρτάς
αυτός/αυτή/αυτό προσαρτά
εμείς προσαρτούμε
εσείς προσαρτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρτούν / προσαρτούνε
Παρατατικός
εγώ προσαρτούσα
εσύ προσαρτούσες
αυτός/αυτή/αυτό προσαρτούσε
εμείς προσαρτούσαμε
εσείς προσαρτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρτούσαν / προσαρτούσανε
Αόριστος
εγώ προσάρτησα
εσύ προσάρτησες
αυτός/αυτή/αυτό προσάρτησε
εμείς προσαρτήσαμε
εσείς προσαρτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσάρτησαν / προσαρτήσαν / προσαρτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσαρτώ
εσύ θα προσαρτάς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρτά
εμείς θα προσαρτούμε
εσείς θα προσαρτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρτούν / θα προσαρτούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσαρτήσω
εσύ θα προσαρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρτήσει
εμείς θα προσαρτήσουμε
εσείς θα προσαρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρτήσουν / θα προσαρτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσαρτήσω
εσύ να προσαρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσαρτήσει
εμείς να προσαρτήσουμε
εσείς να προσαρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσαρτήσουν / προσαρτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσαρτήσει
εσύ έχεις προσαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσαρτήσει
εμείς έχουμε προσαρτήσει
εσείς έχετε προσαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσαρτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσαρτήσει
εσύ είχες προσαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσαρτήσει
εμείς είχαμε προσαρτήσει
εσείς είχατε προσαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσαρτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσαρτήσει
εσύ θα έχεις προσαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσαρτήσει
εμείς θα έχουμε προσαρτήσει
εσείς θα έχετε προσαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσαρτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προσαρτάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσάρτησε
(εσείς) προσαρτήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσαρτώμαι
εσύ προσαρτάσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσαρτάται
εμείς προσαρτόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς προσαρτάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρτώνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό προσαρτάτο
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρτώντο
Αόριστος
εγώ προσαρτήθηκα
εσύ προσαρτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προσαρτήθηκε
εμείς προσαρτηθήκαμε
εσείς προσαρτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρτήθηκαν / προσαρτηθήκαν / προσαρτηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσαρτώμαι
εσύ θα προσαρτάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρτάται
εμείς θα προσαρτόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα προσαρτάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρτώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσαρτηθώ
εσύ θα προσαρτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρτηθεί
εμείς θα προσαρτηθούμε
εσείς θα προσαρτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρτηθούν / θα προσαρτηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσαρτηθώ
εσύ να προσαρτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προσαρτηθεί
εμείς να προσαρτηθούμε
εσείς να προσαρτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσαρτηθούν / προσαρτηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσαρτηθεί
εσύ έχεις προσαρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσαρτηθεί
εμείς έχουμε προσαρτηθεί
εσείς έχετε προσαρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσαρτηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσαρτηθεί
εσύ είχες προσαρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσαρτηθεί
εμείς είχαμε προσαρτηθεί
εσείς είχατε προσαρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσαρτηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσαρτηθεί
εσύ θα έχεις προσαρτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσαρτηθεί
εμείς θα έχουμε προσαρτηθεί
εσείς θα έχετε προσαρτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσαρτηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προσαρτάστε / προσαρτάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσαρτήσου
(εσείς) προσαρτηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προσαρτώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προσαρτήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προσαρτώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
προσαρτημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προσαρτήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προσαρτηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.