to fit, adjust
Πλήρης κλίση του ρήματος προσαρμόζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσαρμόζω
εσύ προσαρμόζεις
αυτός/αυτή/αυτό προσαρμόζει
εμείς προσαρμόζουμε
εσείς προσαρμόζετε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρμόζουν / προσαρμόζουνε
Παρατατικός
εγώ προσάρμοζα
εσύ προσάρμοζες
αυτός/αυτή/αυτό προσάρμοζε
εμείς προσαρμόζαμε
εσείς προσαρμόζατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσάρμοζαν / προσαρμόζαν / προσαρμόζανε
Αόριστος
εγώ προσάρμοσα
εσύ προσάρμοσες
αυτός/αυτή/αυτό προσάρμοσε
εμείς προσαρμόσαμε
εσείς προσαρμόσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσάρμοσαν / προσαρμόσαν / προσαρμόσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσαρμόζω
εσύ θα προσαρμόζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρμόζει
εμείς θα προσαρμόζουμε
εσείς θα προσαρμόζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρμόζουν / θα προσαρμόζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσαρμόσω
εσύ θα προσαρμόσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρμόσει
εμείς θα προσαρμόσουμε
εσείς θα προσαρμόσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρμόσουν / θα προσαρμόσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσαρμόσω
εσύ να προσαρμόσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσαρμόσει
εμείς να προσαρμόσουμε
εσείς να προσαρμόσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσαρμόσουν / προσαρμόσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσαρμόσει
εσύ έχεις προσαρμόσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσαρμόσει
εμείς έχουμε προσαρμόσει
εσείς έχετε προσαρμόσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσαρμόσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσαρμόσει
εσύ είχες προσαρμόσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσαρμόσει
εμείς είχαμε προσαρμόσει
εσείς είχατε προσαρμόσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσαρμόσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσαρμόσει
εσύ θα έχεις προσαρμόσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσαρμόσει
εμείς θα έχουμε προσαρμόσει
εσείς θα έχετε προσαρμόσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσαρμόσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προσάρμοζε
(εσείς) προσαρμόζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσάρμοσε
(εσείς) προσαρμόστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσαρμόζομαι
εσύ προσαρμόζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσαρμόζεται
εμείς προσαρμοζόμαστε
εσείς προσαρμόζεστε / προσαρμοζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρμόζονται
Παρατατικός
εγώ προσαρμοζόμουν / προσαρμοζόμουνα
εσύ προσαρμοζόσουν / προσαρμοζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προσαρμοζόταν / προσαρμοζότανε
εμείς προσαρμοζόμασταν / προσαρμοζόμαστε
εσείς προσαρμοζόσασταν / προσαρμοζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρμόζονταν / προσαρμοζόντουσαν
Αόριστος
εγώ προσαρμόστηκα / προσαρμόσθηκα
εσύ προσαρμόστηκες / προσαρμόσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προσαρμόστηκε / προσαρμόσθηκε
εμείς προσαρμοστήκαμε / προσαρμοσθήκαμε
εσείς προσαρμοστήκατε / προσαρμοσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσαρμόστηκαν / προσαρμοστήκαν / προσαρμοστήκανε / προσαρμόσθηκαν / προσαρμοσθήκαν / προσαρμοσθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσαρμόζομαι
εσύ θα προσαρμόζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρμόζεται
εμείς θα προσαρμοζόμαστε
εσείς θα προσαρμόζεστε / θα προσαρμοζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρμόζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσαρμοστώ / θα προσαρμοσθώ
εσύ θα προσαρμοστείς / θα προσαρμοσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προσαρμοστεί / θα προσαρμοσθεί
εμείς θα προσαρμοστούμε / θα προσαρμοσθούμε
εσείς θα προσαρμοστείτε / θα προσαρμοσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσαρμοστούν / θα προσαρμοστούνε / θα προσαρμοσθούν / θα προσαρμοσθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσαρμοστώ / προσαρμοσθώ
εσύ να προσαρμοστείς / προσαρμοσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εμείς να προσαρμοστούμε / προσαρμοσθούμε
εσείς να προσαρμοστείτε / προσαρμοσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσαρμοστούν / προσαρμοστούνε / προσαρμοσθούν / προσαρμοσθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εσύ έχεις προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εμείς έχουμε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εσείς έχετε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εσύ είχες προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εμείς είχαμε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εσείς είχατε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εσύ θα έχεις προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εμείς θα έχουμε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
εσείς θα έχετε προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προσαρμόζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προσαρμόσου
(εσείς) προσαρμοστείτε / προσαρμοσθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προσαρμόζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προσαρμόσει
Μετοχή παρακειμένου
προσαρμοσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προσαρμόσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προσαρμοστεί / προσαρμοσθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.