to arrive, show up (formal)
Πλήρης κλίση του ρήματος προσέρχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προσέρχομαι
εσύ προσέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προσέρχεται
εμείς προσερχόμαστε
εσείς προσέρχεστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέρχονται
Παρατατικός
εγώ προσερχόμουν / προσερχόμουνα
εσύ προσερχόσουν / προσερχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προσερχόταν / προσερχότανε
εμείς προσερχόμασταν / -όμαστε
εσείς προσερχόσασταν / -όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προσέρχονταν / προσερχόντουσαν
Αόριστος
εγώ προσήλθα
εσύ προσήλθες / προσήρθες
αυτός/αυτή/αυτό προσήλθε / προσήρθε
εμείς προσήλθαμε / προσήρθαμε
εσείς προσήλθατε / προσήρθατε
αυτοί/αυτές/αυτά προσήλθαν / προσήλθανε / προσήρθαν / προσήρθανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προσέρχομαι
εσύ θα προσέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προσέρχεται
εμείς θα προσερχόμαστε
εσείς θα προσέρχεστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσέρχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσέλθω
εσύ θα προσέλθεις / θα προσέρθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προσέλθει / θα προσέρθει
εμείς θα προσέλθουμε / θα προσέρθουμε
εσείς θα προσέλθετε / θα προσέρθετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προσέλθουν / θα προσέλθουνε / θα προσέρθουν / θα προσέρθουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προσέλθω
εσύ να προσέλθεις / προσέρθεις
αυτός/αυτή/αυτό να προσέλθει / προσέρθει
εμείς να προσέλθουμε / προσέρθουμε
εσείς να προσέλθετε / προσέρθετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προσέλθουν / προσέλθουνε / προσέρθουν / προσέρθουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προσέλθει / προσέρθει
εσύ έχεις προσέλθει / προσέρθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προσέλθει / προσέρθει
εμείς έχουμε προσέλθει / προσέρθει
εσείς έχετε προσέλθει / προσέρθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προσέλθει / προσέρθει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προσέλθει / προσέρθει
εσύ είχες προσέλθει / προσέρθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προσέλθει / προσέρθει
εμείς είχαμε προσέλθει / προσέρθει
εσείς είχατε προσέλθει / προσέρθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προσέλθει / προσέρθει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προσέλθει / προσέρθει
εσύ θα έχεις προσέλθει / προσέρθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προσέλθει / προσέρθει
εμείς θα έχουμε προσέλθει / προσέρθει
εσείς θα έχετε προσέλθει / προσέρθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προσέλθει / προσέρθει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προσέρχεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) προσέλθετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προσερχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
προσέλθει / προσέρθει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.