Κλίση του ρήματος προμηθεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προμηθεύω
to provide, supply
Πλήρης κλίση του ρήματος προμηθεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προμηθεύω
εσύ προμηθεύεις
αυτός/αυτή/αυτό προμηθεύει
εμείς προμηθεύουμε
εσείς προμηθεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά προμηθεύουν / προμηθεύουνε

Παρατατικός

εγώ προμήθευα
εσύ προμήθευες
αυτός/αυτή/αυτό προμήθευε
εμείς προμηθεύαμε
εσείς προμηθεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά προμήθευαν / προμηθεύαν / προμηθεύανε

Αόριστος

εγώ προμήθευσα / προμήθεψα
εσύ προμήθευσες / προμήθεψες
αυτός/αυτή/αυτό προμήθευσε / προμήθεψε
εμείς προμηθεύσαμε / προμηθέψαμε
εσείς προμηθεύσατε / προμηθέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά προμήθευσαν / προμηθεύσαν / προμηθεύσανε / προμήθεψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προμηθεύω
εσύ θα προμηθεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προμηθεύει
εμείς θα προμηθεύουμε
εσείς θα προμηθεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προμηθεύουν / θα προμηθεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προμηθεύσω / θα προμηθέψω
εσύ θα προμηθεύσεις / θα προμηθέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προμηθεύσει / θα προμηθέψει
εμείς θα προμηθεύσουμε / θα προμηθέψουμε
εσείς θα προμηθεύσετε / θα προμηθέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προμηθεύσουν / θα προμηθεύσουνε / θα προμηθέψουν / θα προμηθέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προμηθεύσω / προμηθέψω
εσύ να προμηθεύσεις / προμηθέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προμηθεύσει / προμηθέψει
εμείς να προμηθεύσουμε / προμηθέψουμε
εσείς να προμηθεύσετε / προμηθέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προμηθεύσουν / προμηθεύσουνε / προμηθέψουν / προμηθέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προμηθεύσει / προμηθέψει
εσύ έχεις προμηθεύσει / προμηθέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προμηθεύσει / προμηθέψει
εμείς έχουμε προμηθεύσει / προμηθέψει
εσείς έχετε προμηθεύσει / προμηθέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προμηθεύσει / προμηθέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προμηθεύσει / προμηθέψει
εσύ είχες προμηθεύσει / προμηθέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προμηθεύσει / προμηθέψει
εμείς είχαμε προμηθεύσει / προμηθέψει
εσείς είχατε προμηθεύσει / προμηθέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προμηθεύσει / προμηθέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προμηθεύσει / προμηθέψει
εσύ θα έχεις προμηθεύσει / προμηθέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προμηθεύσει / προμηθέψει
εμείς θα έχουμε προμηθεύσει / προμηθέψει
εσείς θα έχετε προμηθεύσει / προμηθέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προμηθεύσει / προμηθέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) προμήθευε
(εσείς) προμηθεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προμήθευσε / προμήθεψε / προμήθευ'
(εσείς) προμηθεύστε / προμηθέψτε / προμηθεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προμηθεύομαι
εσύ προμηθεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προμηθεύεται
εμείς προμηθευόμαστε
εσείς προμηθεύεστε / προμηθευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προμηθεύονται

Παρατατικός

εγώ προμηθευόμουν / προμηθευόμουνα
εσύ προμηθευόσουν / προμηθευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προμηθευόταν / προμηθευότανε
εμείς προμηθευόμασταν / προμηθευόμαστε
εσείς προμηθευόσασταν / προμηθευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προμηθεύονταν / προμηθευόντουσαν

Αόριστος

εγώ προμηθεύτηκα / προμηθεύθηκα
εσύ προμηθεύτηκες / προμηθεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προμηθεύτηκε / προμηθεύθηκε
εμείς προμηθευτήκαμε / προμηθευθήκαμε
εσείς προμηθευτήκατε / προμηθευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προμηθεύτηκαν / προμηθευτήκαν / προμηθευτήκανε / προμηθεύθηκαν / προμηθευθήκαν / προμηθευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προμηθεύομαι
εσύ θα προμηθεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προμηθεύεται
εμείς θα προμηθευόμαστε
εσείς θα προμηθεύεστε / θα προμηθευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προμηθεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προμηθευτώ / θα προμηθευθώ
εσύ θα προμηθευτείς / θα προμηθευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προμηθευτεί / θα προμηθευθεί
εμείς θα προμηθευτούμε / θα προμηθευθούμε
εσείς θα προμηθευτείτε / θα προμηθευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προμηθευτούν / θα προμηθευτούνε / θα προμηθευθούν / θα προμηθευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προμηθευτώ / προμηθευθώ
εσύ να προμηθευτείς / προμηθευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προμηθευτεί / προμηθευθεί
εμείς να προμηθευτούμε / προμηθευθούμε
εσείς να προμηθευτείτε / προμηθευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προμηθευτούν / προμηθευτούνε / προμηθευθούν / προμηθευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προμηθευτεί / προμηθευθεί
εσύ έχεις προμηθευτεί / προμηθευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προμηθευτεί / προμηθευθεί
εμείς έχουμε προμηθευτεί / προμηθευθεί
εσείς έχετε προμηθευτεί / προμηθευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προμηθευτεί / προμηθευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προμηθευτεί / προμηθευθεί
εσύ είχες προμηθευτεί / προμηθευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προμηθευτεί / προμηθευθεί
εμείς είχαμε προμηθευτεί / προμηθευθεί
εσείς είχατε προμηθευτεί / προμηθευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προμηθευτεί / προμηθευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προμηθευτεί / προμηθευθεί
εσύ θα έχεις προμηθευτεί / προμηθευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προμηθευτεί / προμηθευθεί
εμείς θα έχουμε προμηθευτεί / προμηθευθεί
εσείς θα έχετε προμηθευτεί / προμηθευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προμηθευτεί / προμηθευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προμηθεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προμηθεύσου / προμηθέψου
(εσείς) προμηθευτείτε / προμηθευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προμηθεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας προμηθεύσει / προμηθέψει

Απαρέμφατο

προμηθεύσει / προμηθέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

προμηθευτεί / προμηθευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.