to be produced (of a result)
Πλήρης κλίση του ρήματος προκύπτει: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
αυτός/αυτή/αυτό προκύπτει
αυτοί/αυτές/αυτά προκύπτουν
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό προέκυπτε
αυτοί/αυτές/αυτά προέκυπταν
Αόριστος
αυτός/αυτή/αυτό προέκυψε
αυτοί/αυτές/αυτά προέκυψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα προκύπτει
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκύπτουν
Στιγμιαίος μέλλοντας
αυτός/αυτή/αυτό θα προκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκύψουν
Υποτακτική (να)
αυτός/αυτή/αυτό να προκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά να προκύψουν
Παρακείμενος
εγώ έχω προκύψει
εσύ έχεις προκύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προκύψει
εμείς έχουμε προκύψει
εσείς έχετε προκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προκύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προκύψει
εσύ είχες προκύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προκύψει
εμείς είχαμε προκύψει
εσείς είχατε προκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προκύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προκύψει
εσύ θα έχεις προκύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προκύψει
εμείς θα έχουμε προκύψει
εσείς θα έχετε προκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προκύψει
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο
προκύψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.