to progress, thrive, succeed
Πλήρης κλίση του ρήματος προκόβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προκόβω
εσύ προκόβεις
αυτός/αυτή/αυτό προκόβει
εμείς προκόβουμε
εσείς προκόβετε
αυτοί/αυτές/αυτά προκόβουν / προκόβουνε
Παρατατικός
εγώ πρόκοβα
εσύ πρόκοβες
αυτός/αυτή/αυτό πρόκοβε
εμείς προκόβαμε
εσείς προκόβατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρόκοβαν / προκόβαν / προκόβανε
Αόριστος
εγώ πρόκοψα
εσύ πρόκοψες
αυτός/αυτή/αυτό πρόκοψε
εμείς προκόψαμε
εσείς προκόψατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρόκοψαν / προκόψαν / προκόψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προκόβω
εσύ θα προκόβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προκόβει
εμείς θα προκόβουμε
εσείς θα προκόβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκόβουν / θα προκόβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προκόψω
εσύ θα προκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προκόψει
εμείς θα προκόψουμε
εσείς θα προκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκόψουν / θα προκόψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προκόψω
εσύ να προκόψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προκόψει
εμείς να προκόψουμε
εσείς να προκόψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προκόψουν / προκόψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προκόψει
εσύ έχεις προκόψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προκόψει
εμείς έχουμε προκόψει
εσείς έχετε προκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προκόψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προκόψει
εσύ είχες προκόψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προκόψει
εμείς είχαμε προκόψει
εσείς είχατε προκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προκόψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προκόψει
εσύ θα έχεις προκόψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προκόψει
εμείς θα έχουμε προκόψει
εσείς θα έχετε προκόψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προκόψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πρόκοβε
(εσείς) προκόβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρόκοψε
(εσείς) προκόψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προκόβοντας / έχοντας προκόψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προκομμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προκόψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.