to challenge
Πλήρης κλίση του ρήματος προκαλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προκαλώ
εσύ προκαλείς
αυτός/αυτή/αυτό προκαλεί
εμείς προκαλούμε
εσείς προκαλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά προκαλούν / προκαλούνε
Παρατατικός
εγώ προκαλούσα
εσύ προκαλούσες
αυτός/αυτή/αυτό προκαλούσε
εμείς προκαλούσαμε
εσείς προκαλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προκαλούσαν / προκαλούσανε
Αόριστος
εγώ προκάλεσα
εσύ προκάλεσες
αυτός/αυτή/αυτό προκάλεσε
εμείς προκαλέσαμε
εσείς προκαλέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προκάλεσαν / προκαλέσαν / προκαλέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προκαλώ
εσύ θα προκαλείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προκαλεί
εμείς θα προκαλούμε
εσείς θα προκαλείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκαλούν / θα προκαλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προκαλέσω
εσύ θα προκαλέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προκαλέσει
εμείς θα προκαλέσουμε
εσείς θα προκαλέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκαλέσουν / θα προκαλέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προκαλέσω
εσύ να προκαλέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προκαλέσει
εμείς να προκαλέσουμε
εσείς να προκαλέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προκαλέσουν / προκαλέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προκαλέσει
εσύ έχεις προκαλέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προκαλέσει
εμείς έχουμε προκαλέσει
εσείς έχετε προκαλέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προκαλέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προκαλέσει
εσύ είχες προκαλέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προκαλέσει
εμείς είχαμε προκαλέσει
εσείς είχατε προκαλέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προκαλέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προκαλέσει
εσύ θα έχεις προκαλέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προκαλέσει
εμείς θα έχουμε προκαλέσει
εσείς θα έχετε προκαλέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προκαλέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προκαλείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προκάλεσε
(εσείς) προκαλέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προκαλούμαι
εσύ προκαλείσαι
αυτός/αυτή/αυτό προκαλείται
εμείς προκαλούμαστε
εσείς προκαλείστε
αυτοί/αυτές/αυτά προκαλούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό προκαλούνταν / προκαλείτο
εμείς προκαλούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προκαλούνταν / προκαλούντο
Αόριστος
εγώ προκλήθηκα
εσύ προκλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προκλήθηκε
εμείς προκληθήκαμε
εσείς προκληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προκλήθηκαν / προκληθήκαν / προκληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προκαλούμαι
εσύ θα προκαλείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προκαλείται
εμείς θα προκαλούμαστε
εσείς θα προκαλείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκαλούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προκληθώ
εσύ θα προκληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προκληθεί
εμείς θα προκληθούμε
εσείς θα προκληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προκληθούν / θα προκληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προκληθώ
εσύ να προκληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προκληθεί
εμείς να προκληθούμε
εσείς να προκληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προκληθούν / προκληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προκληθεί
εσύ έχεις προκληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προκληθεί
εμείς έχουμε προκληθεί
εσείς έχετε προκληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προκληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προκληθεί
εσύ είχες προκληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προκληθεί
εμείς είχαμε προκληθεί
εσείς είχατε προκληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προκληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προκληθεί
εσύ θα έχεις προκληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προκληθεί
εμείς θα έχουμε προκληθεί
εσείς θα έχετε προκληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προκληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προκαλείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προκαλέσου
(εσείς) προκληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προκαλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προκαλέσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προκαλούμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προκαλέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προκληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.