to forewarn, warn
Πλήρης κλίση του ρήματος προειδοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προειδοποιώ
εσύ προειδοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό προειδοποιεί
εμείς προειδοποιούμε
εσείς προειδοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά προειδοποιούν / προειδοποιούνε
Παρατατικός
εγώ προειδοποιούσα
εσύ προειδοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό προειδοποιούσε
εμείς προειδοποιούσαμε
εσείς προειδοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προειδοποιούσαν / προειδοποιούσανε
Αόριστος
εγώ προειδοποίησα
εσύ προειδοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό προειδοποίησε
εμείς προειδοποιήσαμε
εσείς προειδοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προειδοποίησαν / προειδοποιήσαν / προειδοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προειδοποιώ
εσύ θα προειδοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προειδοποιεί
εμείς θα προειδοποιούμε
εσείς θα προειδοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προειδοποιούν / θα προειδοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προειδοποιήσω
εσύ θα προειδοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προειδοποιήσει
εμείς θα προειδοποιήσουμε
εσείς θα προειδοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προειδοποιήσουν / θα προειδοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προειδοποιήσω
εσύ να προειδοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προειδοποιήσει
εμείς να προειδοποιήσουμε
εσείς να προειδοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προειδοποιήσουν / προειδοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προειδοποιήσει
εσύ έχεις προειδοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προειδοποιήσει
εμείς έχουμε προειδοποιήσει
εσείς έχετε προειδοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προειδοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προειδοποιήσει
εσύ είχες προειδοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προειδοποιήσει
εμείς είχαμε προειδοποιήσει
εσείς είχατε προειδοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προειδοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προειδοποιήσει
εσύ θα έχεις προειδοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προειδοποιήσει
εμείς θα έχουμε προειδοποιήσει
εσείς θα έχετε προειδοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προειδοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προειδοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προειδοποίησε
(εσείς) προειδοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προειδοποιούμαι
εσύ προειδοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό προειδοποιείται
εμείς προειδοποιούμαστε / προειδοποιόμαστε
εσείς προειδοποιείστε / προειδοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προειδοποιούνται
Παρατατικός
εγώ προειδοποιούμουν / προειδοποιούμουνα / προειδοποιόμουν / προειδοποιόμουνα
εσύ προειδοποιόσουν / προειδοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προειδοποιούνταν / προειδοποιόταν / προειδοποιότανε / προειδοποιείτο
εμείς προειδοποιούμασταν / ‑ούμαστε / προειδοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς προειδοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προειδοποιούνταν / προειδοποιόνταν / προειδοποιόντανε / προειδοποιόντουσαν / προειδοποιούντο
Αόριστος
εγώ προειδοποιήθηκα
εσύ προειδοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προειδοποιήθηκε
εμείς προειδοποιηθήκαμε
εσείς προειδοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προειδοποιήθηκαν / προειδοποιηθήκαν / προειδοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προειδοποιούμαι
εσύ θα προειδοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προειδοποιείται
εμείς θα προειδοποιούμαστε / θα προειδοποιόμαστε
εσείς θα προειδοποιείστε / θα προειδοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προειδοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προειδοποιηθώ
εσύ θα προειδοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προειδοποιηθεί
εμείς θα προειδοποιηθούμε
εσείς θα προειδοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προειδοποιηθούν / θα προειδοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προειδοποιηθώ
εσύ να προειδοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προειδοποιηθεί
εμείς να προειδοποιηθούμε
εσείς να προειδοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προειδοποιηθούν / προειδοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προειδοποιηθεί
εσύ έχεις προειδοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προειδοποιηθεί
εμείς έχουμε προειδοποιηθεί
εσείς έχετε προειδοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προειδοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προειδοποιηθεί
εσύ είχες προειδοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προειδοποιηθεί
εμείς είχαμε προειδοποιηθεί
εσείς είχατε προειδοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προειδοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προειδοποιηθεί
εσύ θα έχεις προειδοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προειδοποιηθεί
εμείς θα έχουμε προειδοποιηθεί
εσείς θα έχετε προειδοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προειδοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προειδοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προειδοποιήσου
(εσείς) προειδοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προειδοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προειδοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προειδοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
προειδοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προειδοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προειδοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.