Κλίση του ρήματος προγραμματίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προγραμματίζω
to plan, schedule, organise (UK), organize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος προγραμματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προγραμματίζω
εσύ προγραμματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό προγραμματίζει
εμείς προγραμματίζουμε
εσείς προγραμματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά προγραμματίζουν / προγραμματίζουνε

Παρατατικός

εγώ προγραμμάτιζα
εσύ προγραμμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό προγραμμάτιζε
εμείς προγραμματίζαμε
εσείς προγραμματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά προγραμμάτιζαν / προγραμματίζαν / προγραμματίζανε

Αόριστος

εγώ προγραμμάτισα
εσύ προγραμμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό προγραμμάτισε
εμείς προγραμματίσαμε
εσείς προγραμματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προγραμμάτισαν / προγραμματίσαν / προγραμματίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προγραμματίζω
εσύ θα προγραμματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προγραμματίζει
εμείς θα προγραμματίζουμε
εσείς θα προγραμματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προγραμματίζουν / θα προγραμματίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προγραμματίσω
εσύ θα προγραμματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προγραμματίσει
εμείς θα προγραμματίσουμε
εσείς θα προγραμματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προγραμματίσουν / θα προγραμματίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προγραμματίσω
εσύ να προγραμματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προγραμματίσει
εμείς να προγραμματίσουμε
εσείς να προγραμματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προγραμματίσουν / προγραμματίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προγραμματίσει
εσύ έχεις προγραμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προγραμματίσει
εμείς έχουμε προγραμματίσει
εσείς έχετε προγραμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προγραμματίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προγραμματίσει
εσύ είχες προγραμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προγραμματίσει
εμείς είχαμε προγραμματίσει
εσείς είχατε προγραμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προγραμματίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προγραμματίσει
εσύ θα έχεις προγραμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προγραμματίσει
εμείς θα έχουμε προγραμματίσει
εσείς θα έχετε προγραμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προγραμματίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) προγραμμάτιζε
(εσείς) προγραμματίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προγραμμάτισε
(εσείς) προγραμματίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προγραμματίζομαι
εσύ προγραμματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προγραμματίζεται
εμείς προγραμματιζόμαστε
εσείς προγραμματίζεστε / προγραμματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προγραμματίζονται

Παρατατικός

εγώ προγραμματιζόμουν / προγραμματιζόμουνα
εσύ προγραμματιζόσουν / προγραμματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προγραμματιζόταν / προγραμματιζότανε
εμείς προγραμματιζόμασταν / προγραμματιζόμαστε
εσείς προγραμματιζόσασταν / προγραμματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προγραμματίζονταν / προγραμματιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ προγραμματίστηκα / προγραμματίσθηκα
εσύ προγραμματίστηκες / προγραμματίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προγραμματίστηκε / προγραμματίσθηκε
εμείς προγραμματιστήκαμε
εσείς προγραμματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προγραμματίστηκαν / προγραμματιστήκαν / προγραμματιστήκανε / προγραμματίσθηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προγραμματίζομαι
εσύ θα προγραμματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προγραμματίζεται
εμείς θα προγραμματιζόμαστε
εσείς θα προγραμματίζεστε / θα προγραμματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προγραμματίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προγραμματιστώ
εσύ θα προγραμματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προγραμματιστεί
εμείς θα προγραμματιστούμε
εσείς θα προγραμματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προγραμματιστούν / θα προγραμματιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προγραμματιστώ
εσύ να προγραμματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να προγραμματιστεί
εμείς να προγραμματιστούμε
εσείς να προγραμματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προγραμματιστούν / προγραμματιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προγραμματιστεί
εσύ έχεις προγραμματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προγραμματιστεί
εμείς έχουμε προγραμματιστεί
εσείς έχετε προγραμματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προγραμματιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προγραμματιστεί
εσύ είχες προγραμματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προγραμματιστεί
εμείς είχαμε προγραμματιστεί
εσείς είχατε προγραμματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προγραμματιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προγραμματιστεί
εσύ θα έχεις προγραμματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προγραμματιστεί
εμείς θα έχουμε προγραμματιστεί
εσείς θα έχετε προγραμματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προγραμματιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προγραμματίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προγραμματίσου
(εσείς) προγραμματιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προγραμματίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας προγραμματίσει

Μετοχή παρακειμένου

προγραμματισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

προγραμματίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

προγραμματιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.