to have breakfast, breakfast
Πλήρης κλίση του ρήματος προγευματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προγευματίζω
εσύ προγευματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό προγευματίζει
εμείς προγευματίζουμε
εσείς προγευματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά προγευματίζουν / προγευματίζουνε
Παρατατικός
εγώ προγευμάτιζα
εσύ προγευμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό προγευμάτιζε
εμείς προγευματίζαμε
εσείς προγευματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά προγευμάτιζαν / προγευματίζαν / προγευματίζανε
Αόριστος
εγώ προγευμάτισα
εσύ προγευμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό προγευμάτισε
εμείς προγευματίσαμε
εσείς προγευματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προγευμάτισαν / προγευματίσαν / προγευματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προγευματίζω
εσύ θα προγευματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προγευματίζει
εμείς θα προγευματίζουμε
εσείς θα προγευματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προγευματίζουν / θα προγευματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προγευματίσω
εσύ θα προγευματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προγευματίσει
εμείς θα προγευματίσουμε
εσείς θα προγευματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προγευματίσουν / θα προγευματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προγευματίσω
εσύ να προγευματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προγευματίσει
εμείς να προγευματίσουμε
εσείς να προγευματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προγευματίσουν / προγευματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προγευματίσει
εσύ έχεις προγευματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προγευματίσει
εμείς έχουμε προγευματίσει
εσείς έχετε προγευματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προγευματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προγευματίσει
εσύ είχες προγευματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προγευματίσει
εμείς είχαμε προγευματίσει
εσείς είχατε προγευματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προγευματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προγευματίσει
εσύ θα έχεις προγευματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προγευματίσει
εμείς θα έχουμε προγευματίσει
εσείς θα έχετε προγευματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προγευματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προγευμάτιζε
(εσείς) προγευματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προγευμάτισε
(εσείς) προγευματίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προγευματίζοντας / έχοντας προγευματίσει
Απαρέμφατο
προγευματίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.