to concern, to trouble
Πλήρης κλίση του ρήματος προβληματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προβληματίζω
εσύ προβληματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό προβληματίζει
εμείς προβληματίζουμε
εσείς προβληματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά προβληματίζουν / προβληματίζουνε
Παρατατικός
εγώ προβλημάτιζα
εσύ προβλημάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό προβλημάτιζε
εμείς προβληματίζαμε
εσείς προβληματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά προβλημάτιζαν / προβληματίζαν / προβληματίζανε
Αόριστος
εγώ προβλημάτισα
εσύ προβλημάτισες
αυτός/αυτή/αυτό προβλημάτισε
εμείς προβληματίσαμε
εσείς προβληματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά προβλημάτισαν / προβληματίσαν / προβληματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προβληματίζω
εσύ θα προβληματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προβληματίζει
εμείς θα προβληματίζουμε
εσείς θα προβληματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβληματίζουν / θα προβληματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προβληματίσω
εσύ θα προβληματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προβληματίσει
εμείς θα προβληματίσουμε
εσείς θα προβληματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβληματίσουν / θα προβληματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προβληματίσω
εσύ να προβληματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να προβληματίσει
εμείς να προβληματίσουμε
εσείς να προβληματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προβληματίσουν / προβληματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προβληματίσει
εσύ έχεις προβληματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προβληματίσει
εμείς έχουμε προβληματίσει
εσείς έχετε προβληματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προβληματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προβληματίσει
εσύ είχες προβληματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προβληματίσει
εμείς είχαμε προβληματίσει
εσείς είχατε προβληματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προβληματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προβληματίσει
εσύ θα έχεις προβληματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προβληματίσει
εμείς θα έχουμε προβληματίσει
εσείς θα έχετε προβληματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προβληματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προβλημάτιζε
(εσείς) προβληματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προβλημάτισε
(εσείς) προβληματίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προβληματίζομαι
εσύ προβληματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προβληματίζεται
εμείς προβληματιζόμαστε
εσείς προβληματίζεστε / προβληματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προβληματίζονται
Παρατατικός
εγώ προβληματιζόμουν / προβληματιζόμουνα
εσύ προβληματιζόσουν / προβληματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προβληματιζόταν / προβληματιζότανε
εμείς προβληματιζόμασταν / προβληματιζόμαστε
εσείς προβληματιζόσασταν / προβληματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προβληματίζονταν / προβληματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ προβληματίστηκα
εσύ προβληματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό προβληματίστηκε
εμείς προβληματιστήκαμε
εσείς προβληματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προβληματίστηκαν / προβληματιστήκαν / προβληματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προβληματίζομαι
εσύ θα προβληματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προβληματίζεται
εμείς θα προβληματιζόμαστε
εσείς θα προβληματίζεστε / θα προβληματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβληματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προβληματιστώ
εσύ θα προβληματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προβληματιστεί
εμείς θα προβληματιστούμε
εσείς θα προβληματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβληματιστούν / θα προβληματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προβληματιστώ
εσύ να προβληματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να προβληματιστεί
εμείς να προβληματιστούμε
εσείς να προβληματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προβληματιστούν / προβληματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προβληματιστεί
εσύ έχεις προβληματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προβληματιστεί
εμείς έχουμε προβληματιστεί
εσείς έχετε προβληματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προβληματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προβληματιστεί
εσύ είχες προβληματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προβληματιστεί
εμείς είχαμε προβληματιστεί
εσείς είχατε προβληματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προβληματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προβληματιστεί
εσύ θα έχεις προβληματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προβληματιστεί
εμείς θα έχουμε προβληματιστεί
εσείς θα έχετε προβληματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προβληματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προβληματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προβληματίσου
(εσείς) προβληματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προβληματίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προβληματίσει
Μετοχή παρακειμένου
προβληματισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προβληματίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προβληματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.