to foresee, predict
Πλήρης κλίση του ρήματος προβλέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προβλέπω
εσύ προβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό προβλέπει
εμείς προβλέπουμε
εσείς προβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά προβλέπουν / προβλέπουνε
Παρατατικός
εγώ προέβλεπα
εσύ προέβλεπες
αυτός/αυτή/αυτό προέβλεπε
εμείς προβλέπαμε
εσείς προβλέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά προέβλεπαν / προβλέπαν / προβλέπανε
Αόριστος
εγώ προέβλεψα / πρόβλεψα / προείδα
εσύ προέβλεψες / πρόβλεψες / προείδες
αυτός/αυτή/αυτό προέβλεψε / πρόβλεψε / προείδε
εμείς προβλέψαμε / προείδαμε
εσείς προβλέψατε / προείδατε
αυτοί/αυτές/αυτά προέβλεψαν / προβλέψαν / προβλέψανε / προείδαν / προείδανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προβλέπω
εσύ θα προβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προβλέπει
εμείς θα προβλέπουμε
εσείς θα προβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβλέπουν / θα προβλέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προβλέψω
εσύ θα προβλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προβλέψει
εμείς θα προβλέψουμε
εσείς θα προβλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβλέψουν / θα προβλέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προβλέψω
εσύ να προβλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προβλέψει
εμείς να προβλέψουμε
εσείς να προβλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προβλέψουν / προβλέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προβλέψει
εσύ έχεις προβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προβλέψει
εμείς έχουμε προβλέψει
εσείς έχετε προβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προβλέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προβλέψει
εσύ είχες προβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προβλέψει
εμείς είχαμε προβλέψει
εσείς είχατε προβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προβλέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προβλέψει
εσύ θα έχεις προβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προβλέψει
εμείς θα έχουμε προβλέψει
εσείς θα έχετε προβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προβλέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πρόβλεπε
(εσείς) προβλέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρόβλεψε
(εσείς) προβλέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προβλέπομαι
εσύ προβλέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προβλέπεται
εμείς προβλεπόμαστε
εσείς προβλέπεστε / προβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προβλέπονται
Παρατατικός
εγώ προβλεπόμουν / προβλεπόμουνα
εσύ προβλεπόσουν / προβλεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προβλεπόταν / προβλεπότανε
εμείς προβλεπόμασταν / προβλεπόμαστε
εσείς προβλεπόσασταν / προβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προβλέπονταν / προβλεπόντουσαν
Αόριστος
εγώ προβλέφθηκα
εσύ προβλέφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προβλέφθηκε
εμείς προβλεφθήκαμε
εσείς προβλεφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προβλέφθηκαν / προβλεφθήκαν / προβλεφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προβλέπομαι
εσύ θα προβλέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προβλέπεται
εμείς θα προβλεπόμαστε
εσείς θα προβλέπεστε / θα προβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβλέπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προβλεφθώ
εσύ θα προβλεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προβλεφθεί
εμείς θα προβλεφθούμε
εσείς θα προβλεφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προβλεφθούν / θα προβλεφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προβλεφθώ
εσύ να προβλεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προβλεφθεί
εμείς να προβλεφθούμε
εσείς να προβλεφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προβλεφθούν / προβλεφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προβλεφθεί
εσύ έχεις προβλεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προβλεφθεί
εμείς έχουμε προβλεφθεί
εσείς έχετε προβλεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προβλεφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προβλεφθεί
εσύ είχες προβλεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προβλεφθεί
εμείς είχαμε προβλεφθεί
εσείς είχατε προβλεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προβλεφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προβλεφθεί
εσύ θα έχεις προβλεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προβλεφθεί
εμείς θα έχουμε προβλεφθεί
εσείς θα έχετε προβλεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προβλεφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προβλέπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προβλέψου
(εσείς) προβλεφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προβλέποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προβλέψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προβλεπόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προβλέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προβλεφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.