to mention beforehand/previously, to aforemention
Πλήρης κλίση του ρήματος προαναφέρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προαναφέρω
εσύ προαναφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό προαναφέρει
εμείς προαναφέρουμε
εσείς προαναφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά προαναφέρουν / προαναφέρουνε
Παρατατικός
εγώ προανέφερα / προανάφερα
εσύ προανέφερες / προανάφερες
αυτός/αυτή/αυτό προανέφερε / προανάφερε
εμείς προαναφέραμε
εσείς προαναφέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά προανέφεραν / προαναφέραν / προαναφέρανε / προανάφεραν
Αόριστος
εγώ προανέφερα / προανάφερα
εσύ προανέφερες / προανάφερες
αυτός/αυτή/αυτό προανέφερε / προανάφερε
εμείς προαναφέραμε
εσείς προαναφέρατε
αυτοί/αυτές/αυτά προανέφεραν / προαναφέραν / προαναφέρανε / προανάφεραν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προαναφέρω
εσύ θα προαναφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προαναφέρει
εμείς θα προαναφέρουμε
εσείς θα προαναφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαναφέρουν / θα προαναφέρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προαναφέρω
εσύ θα προαναφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προαναφέρει
εμείς θα προαναφέρουμε
εσείς θα προαναφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαναφέρουν / θα προαναφέρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προαναφέρω
εσύ να προαναφέρεις
αυτός/αυτή/αυτό να προαναφέρει
εμείς να προαναφέρουμε
εσείς να προαναφέρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να προαναφέρουν / προαναφέρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προαναφέρει
εσύ έχεις προαναφέρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προαναφέρει
εμείς έχουμε προαναφέρει
εσείς έχετε προαναφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προαναφέρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προαναφέρει
εσύ είχες προαναφέρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προαναφέρει
εμείς είχαμε προαναφέρει
εσείς είχατε προαναφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προαναφέρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προαναφέρει
εσύ θα έχεις προαναφέρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προαναφέρει
εμείς θα έχουμε προαναφέρει
εσείς θα έχετε προαναφέρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προαναφέρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) προανάφερε
(εσείς) προαναφέρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προανάφερε
(εσείς) προαναφέρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ προαναφέρομαι
εσύ προαναφέρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προαναφέρεται
εμείς προαναφερόμαστε
εσείς προαναφέρεστε / προαναφερόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προαναφέρονται
Παρατατικός
εγώ προαναφερόμουν / προαναφερόμουνα
εσύ προαναφερόσουν / προαναφερόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προαναφερόταν / προαναφερότανε
εμείς προαναφερόμασταν / προαναφερόμαστε
εσείς προαναφερόσασταν / προαναφερόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προαναφέρονταν / προαναφερόντουσαν
Αόριστος
εγώ προαναφέρθηκα
εσύ προαναφέρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προαναφέρθηκε
εμείς προαναφερθήκαμε
εσείς προαναφερθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προαναφέρθηκαν / προαναφερθήκαν / προαναφερθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα προαναφέρομαι
εσύ θα προαναφέρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προαναφέρεται
εμείς θα προαναφερόμαστε
εσείς θα προαναφέρεστε / θα προαναφερόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαναφέρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προαναφερθώ
εσύ θα προαναφερθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προαναφερθεί
εμείς θα προαναφερθούμε
εσείς θα προαναφερθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαναφερθούν / θα προαναφερθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να προαναφερθώ
εσύ να προαναφερθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προαναφερθεί
εμείς να προαναφερθούμε
εσείς να προαναφερθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προαναφερθούν / προαναφερθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω προαναφερθεί
εσύ έχεις προαναφερθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προαναφερθεί
εμείς έχουμε προαναφερθεί
εσείς έχετε προαναφερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προαναφερθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα προαναφερθεί
εσύ είχες προαναφερθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προαναφερθεί
εμείς είχαμε προαναφερθεί
εσείς είχατε προαναφερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προαναφερθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω προαναφερθεί
εσύ θα έχεις προαναφερθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προαναφερθεί
εμείς θα έχουμε προαναφερθεί
εσείς θα έχετε προαναφερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προαναφερθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) προαναφέρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) προαναφέρσου
(εσείς) προαναφερθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
προαναφέροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας προαναφέρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
προαναφερόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
προαναφέρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
προαναφερθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.