Κλίση του ρήματος προαλείφω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προαλείφω
prepare (of persons: for assuming office)
Πλήρης κλίση του ρήματος προαλείφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προαλείφω
εσύ προαλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό προαλείφει
εμείς προαλείφουμε
εσείς προαλείφετε

Παρατατικός

εγώ προάλειφα
εσύ προάλειφες
αυτός/αυτή/αυτό προάλειφε
εμείς προαλείφαμε
εσείς προαλείφατε
αυτοί/αυτές/αυτά προάλειφαν

Αόριστος

εγώ προάλειψα
εσύ προάλειψες
αυτός/αυτή/αυτό προάλειψε
εμείς προαλείψαμε
εσείς προαλείψατε
αυτοί/αυτές/αυτά προάλειψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προαλείφω
εσύ θα προαλείφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προαλείφει
εμείς θα προαλείφουμε
εσείς θα προαλείφετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προαλείψω
εσύ θα προαλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα προαλείψει
εμείς θα προαλείψουμε
εσείς θα προαλείψετε

Υποτακτική (να)

εγώ να προαλείψω
εσύ να προαλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό να προαλείψει
εμείς να προαλείψουμε
εσείς να προαλείψετε

Παρακείμενος

εγώ έχω προαλείψει
εσύ έχεις προαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει προαλείψει
εμείς έχουμε προαλείψει
εσείς έχετε προαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προαλείψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προαλείψει
εσύ είχες προαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε προαλείψει
εμείς είχαμε προαλείψει
εσείς είχατε προαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προαλείψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προαλείψει
εσύ θα έχεις προαλείψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προαλείψει
εμείς θα έχουμε προαλείψει
εσείς θα έχετε προαλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προαλείψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) προάλειφε
(εσείς) προαλείφετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προάλειψε
(εσείς) προαλείψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προαλείφομαι
εσύ προαλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προαλείφεται
εμείς προαλειφόμαστε
εσείς προαλείφεστε / προαλείφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά προαλείφονται

Παρατατικός

εμείς προαλειφόμασταν / προαλειφόμαστε
εσείς προαλειφόσασταν / προαλειφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προαλείφονταν

Αόριστος

εγώ προαλείφθηκα
εσύ προαλείφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προαλείφθηκε
εμείς προαλειφθήκαμε
εσείς προαλειφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προαλείφθηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προαλείφομαι
εσύ θα προαλείφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προαλείφεται
εμείς θα προαλειφόμαστε
εσείς θα προαλείφεστε / θα προαλείφεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαλείφονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προαλειφθώ
εσύ θα προαλειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προαλειφθεί
εμείς θα προαλειφθούμε
εσείς θα προαλειφθείτε

Υποτακτική (να)

εγώ να προαλειφθώ
εσύ να προαλειφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προαλειφθεί
εμείς να προαλειφθούμε
εσείς να προαλειφθείτε

Παρακείμενος

εγώ έχω προαλειφθεί
εσύ έχεις προαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προαλειφθεί
εμείς έχουμε προαλειφθεί
εσείς έχετε προαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προαλειφθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προαλειφθεί
εσύ είχες προαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προαλειφθεί
εμείς είχαμε προαλειφθεί
εσείς είχατε προαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προαλειφθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προαλειφθεί
εσύ θα έχεις προαλειφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προαλειφθεί
εμείς θα έχουμε προαλειφθεί
εσείς θα έχετε προαλειφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προαλειφθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προαλείφεστε / προαλείφεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προαλείψου
(εσείς) προαλειφθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

προαλείφοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας προαλείψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

προαλειφόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

‑η

Απαρέμφατο

προαλείψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

προαλειφθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.