Κλίση του ρήματος προαισθάνομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

προαισθάνομαι
to forebode, have a foreboding, know in advance
Πλήρης κλίση του ρήματος προαισθάνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ προαισθάνομαι
εσύ προαισθάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό προαισθάνεται
εμείς προαισθανόμαστε
εσείς προαισθάνεστε / προαισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προαισθάνονται

Παρατατικός

εγώ προαισθανόμουν / προαισθανόμουνα
εσύ προαισθανόσουν / προαισθανόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό προαισθανόταν / προαισθανότανε
εμείς προαισθανόμασταν / προαισθανόμαστε
εσείς προαισθανόσασταν / προαισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά προαισθάνονταν / προαισθανόντουσαν

Αόριστος

εγώ προαισθάνθηκα
εσύ προαισθάνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό προαισθάνθηκε
εμείς προαισθανθήκαμε
εσείς προαισθανθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά προαισθάνθηκαν / προαισθανθήκαν / προαισθανθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα προαισθάνομαι
εσύ θα προαισθάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα προαισθάνεται
εμείς θα προαισθανόμαστε
εσείς θα προαισθάνεστε / θα προαισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαισθάνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα προαισθανθώ
εσύ θα προαισθανθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα προαισθανθεί
εμείς θα προαισθανθούμε
εσείς θα προαισθανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα προαισθανθούν / θα προαισθανθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να προαισθανθώ
εσύ να προαισθανθείς
αυτός/αυτή/αυτό να προαισθανθεί
εμείς να προαισθανθούμε
εσείς να προαισθανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να προαισθανθούν / προαισθανθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω προαισθανθεί
εσύ έχεις προαισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει προαισθανθεί
εμείς έχουμε προαισθανθεί
εσείς έχετε προαισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν προαισθανθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα προαισθανθεί
εσύ είχες προαισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε προαισθανθεί
εμείς είχαμε προαισθανθεί
εσείς είχατε προαισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν προαισθανθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω προαισθανθεί
εσύ θα έχεις προαισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει προαισθανθεί
εμείς θα έχουμε προαισθανθεί
εσείς θα έχετε προαισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν προαισθανθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) προαισθάνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) προαισθάνσου
(εσείς) προαισθανθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

προαισθανόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

προαισθανθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.