Κλίση του ρήματος πρεζάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πρεζάρω
to shoot up, toke, use (take drugs)
Πλήρης κλίση του ρήματος πρεζάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πρεζάρω
εσύ πρεζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό πρεζάρει
εμείς πρεζάρουμε
εσείς πρεζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά πρεζάρουν / πρεζάρουνε

Παρατατικός

εγώ πρέζαρα / πρεζάριζα
εσύ πρέζαρες / πρεζάριζες
αυτός/αυτή/αυτό πρέζαρε / πρεζάριζε
εμείς πρεζάραμε
εσείς πρεζάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρέζαραν / πρεζάραν / πρεζάρανε / πρεζάριζαν

Αόριστος

εγώ πρέζαρα / πρεζάρισα
εσύ πρέζαρες / πρεζάρισες
αυτός/αυτή/αυτό πρέζαρε / πρεζάρισε
εμείς πρεζάραμε
εσείς πρεζάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρέζαραν / πρεζάραν / πρεζάρανε / πρεζάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πρεζάρω
εσύ θα πρεζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρεζάρει
εμείς θα πρεζάρουμε
εσείς θα πρεζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρεζάρουν / θα πρεζάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πρεζάρω
εσύ θα πρεζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρεζάρει
εμείς θα πρεζάρουμε
εσείς θα πρεζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρεζάρουν / θα πρεζάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πρεζάρω
εσύ να πρεζάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να πρεζάρει
εμείς να πρεζάρουμε
εσείς να πρεζάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρεζάρουν / πρεζάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πρεζάρει
εσύ έχεις πρεζάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρεζάρει
εμείς έχουμε πρεζάρει
εσείς έχετε πρεζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρεζάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πρεζάρει
εσύ είχες πρεζάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρεζάρει
εμείς είχαμε πρεζάρει
εσείς είχατε πρεζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρεζάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πρεζάρει
εσύ θα έχεις πρεζάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρεζάρει
εμείς θα έχουμε πρεζάρει
εσείς θα έχετε πρεζάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρεζάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πρέζαρε / πρεζάριζε
(εσείς) πρεζάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πρέζαρε / πρεζάρισε
(εσείς) πρεζάρτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πρεζάροντας / έχοντας πρεζάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

πρεζαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πρεζάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.