to become green, to go green, to turn green
Πλήρης κλίση του ρήματος πρασινίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρασινίζω
εσύ πρασινίζεις
αυτός/αυτή/αυτό πρασινίζει
εμείς πρασινίζουμε
εσείς πρασινίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά πρασινίζουν / πρασινίζουνε
Παρατατικός
εγώ πρασίνιζα
εσύ πρασίνιζες
αυτός/αυτή/αυτό πρασίνιζε
εμείς πρασινίζαμε
εσείς πρασινίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρασίνιζαν / πρασινίζαν / πρασινίζανε
Αόριστος
εγώ πρασίνισα
εσύ πρασίνισες
αυτός/αυτή/αυτό πρασίνισε
εμείς πρασινίσαμε
εσείς πρασινίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρασίνισαν / πρασινίσαν / πρασινίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρασινίζω
εσύ θα πρασινίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρασινίζει
εμείς θα πρασινίζουμε
εσείς θα πρασινίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρασινίζουν / θα πρασινίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρασινίσω
εσύ θα πρασινίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πρασινίσει
εμείς θα πρασινίσουμε
εσείς θα πρασινίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρασινίσουν / θα πρασινίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρασινίσω
εσύ να πρασινίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πρασινίσει
εμείς να πρασινίσουμε
εσείς να πρασινίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρασινίσουν / πρασινίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρασινίσει
εσύ έχεις πρασινίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρασινίσει
εμείς έχουμε πρασινίσει
εσείς έχετε πρασινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρασινίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρασινίσει
εσύ είχες πρασινίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρασινίσει
εμείς είχαμε πρασινίσει
εσείς είχατε πρασινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρασινίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρασινίσει
εσύ θα έχεις πρασινίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρασινίσει
εμείς θα έχουμε πρασινίσει
εσείς θα έχετε πρασινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρασινίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πρασίνιζε
(εσείς) πρασινίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρασίνισε
(εσείς) πρασινίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πρασινίζομαι
εσύ πρασινίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πρασινίζεται
εμείς πρασινιζόμαστε
εσείς πρασινίζεστε / πρασινιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πρασινίζονται
Παρατατικός
εγώ πρασινιζόμουν / πρασινιζόμουνα
εσύ πρασινιζόσουν / πρασινιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πρασινιζόταν / πρασινιζότανε
εμείς πρασινιζόμασταν / πρασινιζόμαστε
εσείς πρασινιζόσασταν / πρασινιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πρασινίζονταν / πρασινιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πρασινίστηκα
εσύ πρασινίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πρασινίστηκε
εμείς πρασινιστήκαμε
εσείς πρασινιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πρασινίστηκαν / πρασινιστήκαν / πρασινιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πρασινίζομαι
εσύ θα πρασινίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πρασινίζεται
εμείς θα πρασινιζόμαστε
εσείς θα πρασινίζεστε / θα πρασινιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρασινίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρασινιστώ
εσύ θα πρασινιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πρασινιστεί
εμείς θα πρασινιστούμε
εσείς θα πρασινιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πρασινιστούν / θα πρασινιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πρασινιστώ
εσύ να πρασινιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πρασινιστεί
εμείς να πρασινιστούμε
εσείς να πρασινιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πρασινιστούν / πρασινιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πρασινιστεί
εσύ έχεις πρασινιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πρασινιστεί
εμείς έχουμε πρασινιστεί
εσείς έχετε πρασινιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πρασινιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πρασινιστεί
εσύ είχες πρασινιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πρασινιστεί
εμείς είχαμε πρασινιστεί
εσείς είχατε πρασινιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πρασινιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πρασινιστεί
εσύ θα έχεις πρασινιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πρασινιστεί
εμείς θα έχουμε πρασινιστεί
εσείς θα έχετε πρασινιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πρασινιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πρασινίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πρασινίσου
(εσείς) πρασινιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πρασινίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πρασινίσει
Μετοχή παρακειμένου
πρασινισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πρασινίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πρασινιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.