to turn gay, become gay
Πλήρης κλίση του ρήματος πουστεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πουστεύω
εσύ πουστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό πουστεύει
εμείς πουστεύουμε
εσείς πουστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά πουστεύουν / πουστεύουνε
Παρατατικός
εγώ πούστευα
εσύ πούστευες
αυτός/αυτή/αυτό πούστευε
εμείς πουστεύαμε
εσείς πουστεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά πούστευαν / πουστεύαν / πουστεύανε
Αόριστος
εγώ πούστεψα
εσύ πούστεψες
αυτός/αυτή/αυτό πούστεψε
εμείς πουστέψαμε
εσείς πουστέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά πούστεψαν / πουστέψαν / πουστέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πουστεύω
εσύ θα πουστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πουστεύει
εμείς θα πουστεύουμε
εσείς θα πουστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πουστεύουν / θα πουστεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πουστέψω
εσύ θα πουστέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πουστέψει
εμείς θα πουστέψουμε
εσείς θα πουστέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πουστέψουν / θα πουστέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πουστέψω
εσύ να πουστέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να πουστέψει
εμείς να πουστέψουμε
εσείς να πουστέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πουστέψουν / πουστέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πουστέψει
εσύ έχεις πουστέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πουστέψει
εμείς έχουμε πουστέψει
εσείς έχετε πουστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πουστέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πουστέψει
εσύ είχες πουστέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πουστέψει
εμείς είχαμε πουστέψει
εσείς είχατε πουστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πουστέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πουστέψει
εσύ θα έχεις πουστέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πουστέψει
εμείς θα έχουμε πουστέψει
εσείς θα έχετε πουστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πουστέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πούστευε
(εσείς) πουστεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πούστεψε
(εσείς) πουστέψτε / πουστεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πουστεύοντας / έχοντας πουστέψει
Απαρέμφατο
πουστέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.