Κλίση του ρήματος πουδράρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πουδράρω
to powder (apply powder)
Πλήρης κλίση του ρήματος πουδράρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πουδράρω
εσύ πουδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό πουδράρει
εμείς πουδράρουμε
εσείς πουδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά πουδράρουν / πουδράρουνε

Παρατατικός

εγώ πούδραρα / πουδράριζα
εσύ πούδραρες / πουδράριζες
αυτός/αυτή/αυτό πούδραρε / πουδράριζε
εμείς πουδράραμε
εσείς πουδράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πούδραραν / πουδράραν / πουδράρανε / πουδράριζαν

Αόριστος

εγώ πούδραρα / πουδράρισα
εσύ πούδραρες / πουδράρισες
αυτός/αυτή/αυτό πούδραρε / πουδράρισε
εμείς πουδράραμε
εσείς πουδράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πούδραραν / πουδράραν / πουδράρανε / πουδράρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πουδράρω
εσύ θα πουδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πουδράρει
εμείς θα πουδράρουμε
εσείς θα πουδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πουδράρουν / θα πουδράρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πουδράρω
εσύ θα πουδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πουδράρει
εμείς θα πουδράρουμε
εσείς θα πουδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πουδράρουν / θα πουδράρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πουδράρω
εσύ να πουδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό να πουδράρει
εμείς να πουδράρουμε
εσείς να πουδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πουδράρουν / πουδράρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πουδράρει
εσύ έχεις πουδράρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πουδράρει
εμείς έχουμε πουδράρει
εσείς έχετε πουδράρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πουδράρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πουδράρει
εσύ είχες πουδράρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πουδράρει
εμείς είχαμε πουδράρει
εσείς είχατε πουδράρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πουδράρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πουδράρει
εσύ θα έχεις πουδράρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πουδράρει
εμείς θα έχουμε πουδράρει
εσείς θα έχετε πουδράρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πουδράρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πούδραρε / πουδράριζε
(εσείς) πουδράρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πούδραρε / πουδράρισε
(εσείς) πουδράρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πουδράρομαι / πουδραρίζομαι
εσύ πουδράρεσαι / πουδραρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πουδράρεται / πουδραρίζεται
εμείς πουδραριζόμαστε
εσείς πουδράρεστε / πουδραρίζεστε / πουδραριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πουδράρονται / πουδραρίζονται

Παρατατικός

εγώ πουδραριζόμουν / πουδραριζόμουνα
εσύ πουδραριζόσουν / πουδραριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πουδραριζόταν / πουδραριζότανε
εμείς πουδραριζόμασταν / πουδραριζόμαστε
εσείς πουδραριζόσασταν / πουδραριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πουδράρονταν / πουδραριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ πουδραρίστηκα
εσύ πουδραρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πουδραρίστηκε
εμείς πουδραριστήκαμε
εσείς πουδραριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πουδραρίστηκαν / πουδραριστήκαν / πουδραριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πουδράρομαι / θα πουδραρίζομαι
εσύ θα πουδράρεσαι / θα πουδραρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πουδράρεται / θα πουδραρίζεται
εμείς θα πουδραριζόμαστε
εσείς θα πουδράρεστε / θα πουδραρίζεστε / θα πουδραριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πουδράρονται / θα πουδραρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πουδραριστώ
εσύ θα πουδραριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πουδραριστεί
εμείς θα πουδραριστούμε
εσείς θα πουδραριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πουδραριστούν / θα πουδραριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πουδραριστώ
εσύ να πουδραριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πουδραριστεί
εμείς να πουδραριστούμε
εσείς να πουδραριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πουδραριστούν / πουδραριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πουδραριστεί
εσύ έχεις πουδραριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πουδραριστεί
εμείς έχουμε πουδραριστεί
εσείς έχετε πουδραριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πουδραριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πουδραριστεί
εσύ είχες πουδραριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πουδραριστεί
εμείς είχαμε πουδραριστεί
εσείς είχατε πουδραριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πουδραριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πουδραριστεί
εσύ θα έχεις πουδραριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πουδραριστεί
εμείς θα έχουμε πουδραριστεί
εσείς θα έχετε πουδραριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πουδραριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πουδράρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πουδραρίσου
(εσείς) πουδραριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πουδράροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας πουδράρει

Μετοχή παρακειμένου

πουδραρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πουδράρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

πουδραριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.