to fart
Πλήρης κλίση του ρήματος πορδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πορδίζω
εσύ πορδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό πορδίζει
εμείς πορδίζουμε
εσείς πορδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά πορδίζουν / πορδίζουνε
Παρατατικός
εγώ πόρδιζα
εσύ πόρδιζες
αυτός/αυτή/αυτό πόρδιζε
εμείς πορδίζαμε
εσείς πορδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά πόρδιζαν / πορδίζαν / πορδίζανε
Αόριστος
εγώ πόρδισα
εσύ πόρδισες
αυτός/αυτή/αυτό πόρδισε
εμείς πορδίσαμε
εσείς πορδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πόρδισαν / πορδίσαν / πορδίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πορδίζω
εσύ θα πορδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πορδίζει
εμείς θα πορδίζουμε
εσείς θα πορδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πορδίζουν / θα πορδίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πορδίσω
εσύ θα πορδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πορδίσει
εμείς θα πορδίσουμε
εσείς θα πορδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πορδίσουν / θα πορδίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πορδίσω
εσύ να πορδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πορδίσει
εμείς να πορδίσουμε
εσείς να πορδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πορδίσουν / πορδίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πορδίσει
εσύ έχεις πορδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πορδίσει
εμείς έχουμε πορδίσει
εσείς έχετε πορδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πορδίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πορδίσει
εσύ είχες πορδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πορδίσει
εμείς είχαμε πορδίσει
εσείς είχατε πορδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πορδίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πορδίσει
εσύ θα έχεις πορδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πορδίσει
εμείς θα έχουμε πορδίσει
εσείς θα έχετε πορδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πορδίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πόρδιζε
(εσείς) πορδίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πόρδισε
(εσείς) πορδίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πορδίζοντας / έχοντας πορδίσει
Απαρέμφατο
πορδίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.