Κλίση του ρήματος ποντάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ποντάρω
to bet, wager
Πλήρης κλίση του ρήματος ποντάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ποντάρω
εσύ ποντάρεις
αυτός/αυτή/αυτό ποντάρει
εμείς ποντάρουμε
εσείς ποντάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ποντάρουν / ποντάρουνε

Παρατατικός

εγώ πόνταρα / ποντάριζα
εσύ πόνταρες / ποντάριζες
αυτός/αυτή/αυτό πόνταρε / ποντάριζε
εμείς ποντάραμε
εσείς ποντάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πόνταραν / ποντάραν / ποντάρανε / ποντάριζαν

Αόριστος

εγώ πόνταρα / ποντάρισα
εσύ πόνταρες / ποντάρισες
αυτός/αυτή/αυτό πόνταρε / ποντάρισε
εμείς ποντάραμε
εσείς ποντάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πόνταραν / ποντάραν / ποντάρανε / ποντάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ποντάρω
εσύ θα ποντάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ποντάρει
εμείς θα ποντάρουμε
εσείς θα ποντάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ποντάρουν / θα ποντάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ποντάρω
εσύ θα ποντάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ποντάρει
εμείς θα ποντάρουμε
εσείς θα ποντάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ποντάρουν / θα ποντάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ποντάρω
εσύ να ποντάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ποντάρει
εμείς να ποντάρουμε
εσείς να ποντάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ποντάρουν / ποντάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ποντάρει
εσύ έχεις ποντάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ποντάρει
εμείς έχουμε ποντάρει
εσείς έχετε ποντάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ποντάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ποντάρει
εσύ είχες ποντάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ποντάρει
εμείς είχαμε ποντάρει
εσείς είχατε ποντάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ποντάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ποντάρει
εσύ θα έχεις ποντάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ποντάρει
εμείς θα έχουμε ποντάρει
εσείς θα έχετε ποντάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ποντάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πόνταρε / ποντάριζε
(εσείς) ποντάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πόνταρε / ποντάρισε
(εσείς) ποντάρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ποντάρομαι
εσύ ποντάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ποντάρεται
εμείς πονταριζόμαστε
εσείς ποντάρεστε / πονταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ποντάρονται

Παρατατικός

εγώ πονταριζόμουν / πονταριζόμουνα
εσύ πονταριζόσουν / πονταριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πονταριζόταν / πονταριζότανε
εμείς πονταριζόμασταν / πονταριζόμαστε
εσείς πονταριζόσασταν / πονταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ποντάρονταν / πονταριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ πονταρίστηκα
εσύ πονταρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πονταρίστηκε
εμείς πονταριστήκαμε
εσείς πονταριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πονταρίστηκαν / πονταριστήκαν / πονταριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ποντάρομαι
εσύ θα ποντάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ποντάρεται
εμείς θα πονταριζόμαστε
εσείς θα ποντάρεστε / θα πονταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ποντάρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πονταριστώ
εσύ θα πονταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πονταριστεί
εμείς θα πονταριστούμε
εσείς θα πονταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πονταριστούν / θα πονταριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πονταριστώ
εσύ να πονταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πονταριστεί
εμείς να πονταριστούμε
εσείς να πονταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πονταριστούν / πονταριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πονταριστεί
εσύ έχεις πονταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πονταριστεί
εμείς έχουμε πονταριστεί
εσείς έχετε πονταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πονταριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πονταριστεί
εσύ είχες πονταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πονταριστεί
εμείς είχαμε πονταριστεί
εσείς είχατε πονταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πονταριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πονταριστεί
εσύ θα έχεις πονταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πονταριστεί
εμείς θα έχουμε πονταριστεί
εσείς θα έχετε πονταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πονταριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ποντάρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πονταρίσου
(εσείς) πονταριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ποντάροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ποντάρει

Μετοχή παρακειμένου

πονταρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ποντάρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

πονταριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.