to ache
Πλήρης κλίση του ρήματος πονάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πονάω / πονώ
εσύ πονάς
αυτός/αυτή/αυτό πονάει / πονά
εμείς πονάμε / πονούμε
εσείς πονάτε
αυτοί/αυτές/αυτά πονάνε / πονάν / πονούν / πονούνε
Παρατατικός
εγώ πονούσα / πόναγα
εσύ πονούσες / πόναγες
αυτός/αυτή/αυτό πονούσε / πόναγε
εμείς πονούσαμε / πονάγαμε
εσείς πονούσατε / πονάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά πονούσαν / πονούσανε / πόναγαν / πονάγανε
Αόριστος
εγώ πόνεσα
εσύ πόνεσες
αυτός/αυτή/αυτό πόνεσε
εμείς πονέσαμε
εσείς πονέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πόνεσαν / πονέσαν / πονέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πονάω / θα πονώ
εσύ θα πονάς
αυτός/αυτή/αυτό θα πονάει / θα πονά
εμείς θα πονάμε / θα πονούμε
εσείς θα πονάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πονάνε / θα πονάν / θα πονούν / θα πονούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πονέσω
εσύ θα πονέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πονέσει
εμείς θα πονέσουμε
εσείς θα πονέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πονέσουν / θα πονέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πονέσω
εσύ να πονέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πονέσει
εμείς να πονέσουμε
εσείς να πονέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πονέσουν / πονέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πονέσει
εσύ έχεις πονέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πονέσει
εμείς έχουμε πονέσει
εσείς έχετε πονέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πονέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πονέσει
εσύ είχες πονέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πονέσει
εμείς είχαμε πονέσει
εσείς είχατε πονέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πονέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πονέσει
εσύ θα έχεις πονέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πονέσει
εμείς θα έχουμε πονέσει
εσείς θα έχετε πονέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πονέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πόνα / πόναγε
(εσείς) πονάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πόνεσε / πόνα
(εσείς) πονέστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πονώντας / έχοντας πονέσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πονεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πονέσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.