to naturalize (to grant citizenship to someone not born a citizen)
Πλήρης κλίση του ρήματος πολιτογραφώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πολιτογραφώ
εσύ πολιτογραφείς
αυτός/αυτή/αυτό πολιτογραφεί
εμείς πολιτογραφούμε
εσείς πολιτογραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά πολιτογραφούν / πολιτογραφούνε
Παρατατικός
εγώ πολιτογραφούσα
εσύ πολιτογραφούσες
αυτός/αυτή/αυτό πολιτογραφούσε
εμείς πολιτογραφούσαμε
εσείς πολιτογραφούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πολιτογραφούσαν / πολιτογραφούσανε
Αόριστος
εγώ πολιτογράφησα
εσύ πολιτογράφησες
αυτός/αυτή/αυτό πολιτογράφησε
εμείς πολιτογραφήσαμε
εσείς πολιτογραφήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πολιτογράφησαν / πολιτογραφήσαν / πολιτογραφήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πολιτογραφώ
εσύ θα πολιτογραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πολιτογραφεί
εμείς θα πολιτογραφούμε
εσείς θα πολιτογραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πολιτογραφούν / θα πολιτογραφούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πολιτογραφήσω
εσύ θα πολιτογραφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πολιτογραφήσει
εμείς θα πολιτογραφήσουμε
εσείς θα πολιτογραφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πολιτογραφήσουν / θα πολιτογραφήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πολιτογραφήσω
εσύ να πολιτογραφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πολιτογραφήσει
εμείς να πολιτογραφήσουμε
εσείς να πολιτογραφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πολιτογραφήσουν / πολιτογραφήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πολιτογραφήσει
εσύ έχεις πολιτογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πολιτογραφήσει
εμείς έχουμε πολιτογραφήσει
εσείς έχετε πολιτογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πολιτογραφήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πολιτογραφήσει
εσύ είχες πολιτογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πολιτογραφήσει
εμείς είχαμε πολιτογραφήσει
εσείς είχατε πολιτογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πολιτογραφήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πολιτογραφήσει
εσύ θα έχεις πολιτογραφήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πολιτογραφήσει
εμείς θα έχουμε πολιτογραφήσει
εσείς θα έχετε πολιτογραφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πολιτογραφήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πολιτογραφείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πολιτογράφησε
(εσείς) πολιτογραφήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πολιτογραφούμαι
εσύ πολιτογραφείσαι
αυτός/αυτή/αυτό πολιτογραφείται
εμείς πολιτογραφούμαστε
εσείς πολιτογραφείστε
αυτοί/αυτές/αυτά πολιτογραφούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό πολιτογραφούνταν / πολιτογραφείτο
εμείς πολιτογραφούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πολιτογραφούνταν / πολιτογραφούντο
Αόριστος
εγώ πολιτογραφήθηκα
εσύ πολιτογραφήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πολιτογραφήθηκε
εμείς πολιτογραφηθήκαμε
εσείς πολιτογραφηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πολιτογραφήθηκαν / πολιτογραφηθήκαν / πολιτογραφηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πολιτογραφούμαι
εσύ θα πολιτογραφείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πολιτογραφείται
εμείς θα πολιτογραφούμαστε
εσείς θα πολιτογραφείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πολιτογραφούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πολιτογραφηθώ
εσύ θα πολιτογραφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πολιτογραφηθεί
εμείς θα πολιτογραφηθούμε
εσείς θα πολιτογραφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πολιτογραφηθούν / θα πολιτογραφηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πολιτογραφηθώ
εσύ να πολιτογραφηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πολιτογραφηθεί
εμείς να πολιτογραφηθούμε
εσείς να πολιτογραφηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πολιτογραφηθούν / πολιτογραφηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πολιτογραφηθεί
εσύ έχεις πολιτογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πολιτογραφηθεί
εμείς έχουμε πολιτογραφηθεί
εσείς έχετε πολιτογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πολιτογραφηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πολιτογραφηθεί
εσύ είχες πολιτογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πολιτογραφηθεί
εμείς είχαμε πολιτογραφηθεί
εσείς είχατε πολιτογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πολιτογραφηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πολιτογραφηθεί
εσύ θα έχεις πολιτογραφηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πολιτογραφηθεί
εμείς θα έχουμε πολιτογραφηθεί
εσείς θα έχετε πολιτογραφηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πολιτογραφηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πολιτογραφείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πολιτογραφήσου
(εσείς) πολιτογραφηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πολιτογραφώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πολιτογραφήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πολιτογραφούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
πολιτογραφημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πολιτογραφήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πολιτογραφηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.