to desire, to crave
Πλήρης κλίση του ρήματος ποθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ποθώ
εσύ ποθείς
αυτός/αυτή/αυτό ποθεί
εμείς ποθούμε
εσείς ποθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ποθούν / ποθούνε
Παρατατικός
εγώ ποθούσα
εσύ ποθούσες
αυτός/αυτή/αυτό ποθούσε
εμείς ποθούσαμε
εσείς ποθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ποθούσαν / ποθούσανε
Αόριστος
εγώ πόθησα
εσύ πόθησες
αυτός/αυτή/αυτό πόθησε
εμείς ποθήσαμε
εσείς ποθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πόθησαν / ποθήσαν / ποθήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ποθώ
εσύ θα ποθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ποθεί
εμείς θα ποθούμε
εσείς θα ποθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ποθούν / θα ποθούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποθήσω
εσύ θα ποθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ποθήσει
εμείς θα ποθήσουμε
εσείς θα ποθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ποθήσουν / θα ποθήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ποθήσω
εσύ να ποθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ποθήσει
εμείς να ποθήσουμε
εσείς να ποθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ποθήσουν / ποθήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ποθήσει
εσύ έχεις ποθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ποθήσει
εμείς έχουμε ποθήσει
εσείς έχετε ποθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ποθήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ποθήσει
εσύ είχες ποθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ποθήσει
εμείς είχαμε ποθήσει
εσείς είχατε ποθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ποθήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ποθήσει
εσύ θα έχεις ποθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ποθήσει
εμείς θα έχουμε ποθήσει
εσείς θα έχετε ποθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ποθήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ποθείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πόθησε
(εσείς) ποθήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ποθώντας / έχοντας ποθήσει
Απαρέμφατο
ποθήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.