Κλίση του ρήματος πνέω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πνέω
to blow
Πλήρης κλίση του ρήματος πνέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πνέω
εσύ πνέεις
αυτός/αυτή/αυτό πνέει
εμείς πνέουμε
εσείς πνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά πνέουν / πνέουνε

Παρατατικός

εγώ έπνεα
εσύ έπνεες
αυτός/αυτή/αυτό έπνεε
εμείς πνέαμε
εσείς πνέατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπνεαν / πνέαν / πνέανε

Αόριστος

εγώ έπνευσα
εσύ έπνευσες
αυτός/αυτή/αυτό έπνευσε
εμείς πνεύσαμε
εσείς πνεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπνευσαν / πνεύσαν / πνεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πνέω
εσύ θα πνέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πνέει
εμείς θα πνέουμε
εσείς θα πνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πνέουν / θα πνέουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πνεύσω
εσύ θα πνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πνεύσει
εμείς θα πνεύσουμε
εσείς θα πνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πνεύσουν / θα πνεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πνεύσω
εσύ να πνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πνεύσει
εμείς να πνεύσουμε
εσείς να πνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πνεύσουν / πνεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πνεύσει
εσύ έχεις πνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πνεύσει
εμείς έχουμε πνεύσει
εσείς έχετε πνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πνεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πνεύσει
εσύ είχες πνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πνεύσει
εμείς είχαμε πνεύσει
εσείς είχατε πνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πνεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πνεύσει
εσύ θα έχεις πνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πνεύσει
εμείς θα έχουμε πνεύσει
εσείς θα έχετε πνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πνεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πνέε
(εσείς) πνέετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πνεύσε
(εσείς) πνεύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πνέοντας / έχοντας πνεύσει

Απαρέμφατο

πνεύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.