Κλίση του ρήματος πλιατσικολογώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πλιατσικολογώ
to plunder, loot, pillage
Πλήρης κλίση του ρήματος πλιατσικολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πλιατσικολογώ
εσύ πλιατσικολογείς
αυτός/αυτή/αυτό πλιατσικολογεί
εμείς πλιατσικολογούμε
εσείς πλιατσικολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά πλιατσικολογούν / πλιατσικολογούνε

Παρατατικός

εγώ πλιατσικολογούσα
εσύ πλιατσικολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό πλιατσικολογούσε
εμείς πλιατσικολογούσαμε
εσείς πλιατσικολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλιατσικολογούσαν / πλιατσικολογούσανε

Αόριστος

εγώ πλιατσικολόγησα
εσύ πλιατσικολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό πλιατσικολόγησε
εμείς πλιατσικολογήσαμε
εσείς πλιατσικολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλιατσικολόγησαν / πλιατσικολογήσαν / πλιατσικολογήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πλιατσικολογώ
εσύ θα πλιατσικολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πλιατσικολογεί
εμείς θα πλιατσικολογούμε
εσείς θα πλιατσικολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλιατσικολογούν / θα πλιατσικολογούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πλιατσικολογήσω
εσύ θα πλιατσικολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλιατσικολογήσει
εμείς θα πλιατσικολογήσουμε
εσείς θα πλιατσικολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλιατσικολογήσουν / θα πλιατσικολογήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πλιατσικολογήσω
εσύ να πλιατσικολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλιατσικολογήσει
εμείς να πλιατσικολογήσουμε
εσείς να πλιατσικολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλιατσικολογήσουν / πλιατσικολογήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πλιατσικολογήσει
εσύ έχεις πλιατσικολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλιατσικολογήσει
εμείς έχουμε πλιατσικολογήσει
εσείς έχετε πλιατσικολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλιατσικολογήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πλιατσικολογήσει
εσύ είχες πλιατσικολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλιατσικολογήσει
εμείς είχαμε πλιατσικολογήσει
εσείς είχατε πλιατσικολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλιατσικολογήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πλιατσικολογήσει
εσύ θα έχεις πλιατσικολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλιατσικολογήσει
εμείς θα έχουμε πλιατσικολογήσει
εσείς θα έχετε πλιατσικολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλιατσικολογήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πλιατσικολογείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πλιατσικολόγησε
(εσείς) πλιατσικολογήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πλιατσικολογούμαι
εσύ πλιατσικολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό πλιατσικολογείται
εμείς πλιατσικολογούμαστε
εσείς πλιατσικολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλιατσικολογούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό πλιατσικολογούνταν / πλιατσικολογείτο
εμείς πλιατσικολογούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλιατσικολογούνταν / πλιατσικολογούντο

Αόριστος

εγώ πλιατσικολογήθηκα
εσύ πλιατσικολογήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πλιατσικολογήθηκε
εμείς πλιατσικολογηθήκαμε
εσείς πλιατσικολογηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλιατσικολογήθηκαν / πλιατσικολογηθήκαν / πλιατσικολογηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πλιατσικολογούμαι
εσύ θα πλιατσικολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πλιατσικολογείται
εμείς θα πλιατσικολογούμαστε
εσείς θα πλιατσικολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλιατσικολογούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πλιατσικολογηθώ
εσύ θα πλιατσικολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πλιατσικολογηθεί
εμείς θα πλιατσικολογηθούμε
εσείς θα πλιατσικολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλιατσικολογηθούν / θα πλιατσικολογηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πλιατσικολογηθώ
εσύ να πλιατσικολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πλιατσικολογηθεί
εμείς να πλιατσικολογηθούμε
εσείς να πλιατσικολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλιατσικολογηθούν / πλιατσικολογηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πλιατσικολογηθεί
εσύ έχεις πλιατσικολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλιατσικολογηθεί
εμείς έχουμε πλιατσικολογηθεί
εσείς έχετε πλιατσικολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλιατσικολογηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πλιατσικολογηθεί
εσύ είχες πλιατσικολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλιατσικολογηθεί
εμείς είχαμε πλιατσικολογηθεί
εσείς είχατε πλιατσικολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλιατσικολογηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πλιατσικολογηθεί
εσύ θα έχεις πλιατσικολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλιατσικολογηθεί
εμείς θα έχουμε πλιατσικολογηθεί
εσείς θα έχετε πλιατσικολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλιατσικολογηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πλιατσικολογείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πλιατσικολογήσου
(εσείς) πλιατσικολογηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πλιατσικολογώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας πλιατσικολογήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

πλιατσικολογούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

πλιατσικολογημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πλιατσικολογήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

πλιατσικολογηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.