Κλίση του ρήματος πλημμυρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πλημμυρίζω
to flood
Πλήρης κλίση του ρήματος πλημμυρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πλημμυρίζω
εσύ πλημμυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό πλημμυρίζει
εμείς πλημμυρίζουμε
εσείς πλημμυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά πλημμυρίζουν / πλημμυρίζουνε

Παρατατικός

εγώ πλημμύριζα
εσύ πλημμύριζες
αυτός/αυτή/αυτό πλημμύριζε
εμείς πλημμυρίζαμε
εσείς πλημμυρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλημμύριζαν / πλημμυρίζαν / πλημμυρίζανε

Αόριστος

εγώ πλημμύρισα
εσύ πλημμύρισες
αυτός/αυτή/αυτό πλημμύρισε
εμείς πλημμυρίσαμε
εσείς πλημμυρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλημμύρισαν / πλημμυρίσαν / πλημμυρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πλημμυρίζω
εσύ θα πλημμυρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλημμυρίζει
εμείς θα πλημμυρίζουμε
εσείς θα πλημμυρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλημμυρίζουν / θα πλημμυρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πλημμυρίσω
εσύ θα πλημμυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλημμυρίσει
εμείς θα πλημμυρίσουμε
εσείς θα πλημμυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλημμυρίσουν / θα πλημμυρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πλημμυρίσω
εσύ να πλημμυρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλημμυρίσει
εμείς να πλημμυρίσουμε
εσείς να πλημμυρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλημμυρίσουν / πλημμυρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πλημμυρίσει
εσύ έχεις πλημμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλημμυρίσει
εμείς έχουμε πλημμυρίσει
εσείς έχετε πλημμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλημμυρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πλημμυρίσει
εσύ είχες πλημμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλημμυρίσει
εμείς είχαμε πλημμυρίσει
εσείς είχατε πλημμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλημμυρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πλημμυρίσει
εσύ θα έχεις πλημμυρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλημμυρίσει
εμείς θα έχουμε πλημμυρίσει
εσείς θα έχετε πλημμυρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλημμυρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πλημμύριζε
(εσείς) πλημμυρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πλημμύρισε
(εσείς) πλημμυρίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πλημμυρίζοντας / έχοντας πλημμυρίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

πλημμυρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πλημμυρίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.