to auction, sell by auction
Πλήρης κλίση του ρήματος πλειστηριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλειστηριάζω
εσύ πλειστηριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό πλειστηριάζει
εμείς πλειστηριάζουμε
εσείς πλειστηριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά πλειστηριάζουν / πλειστηριάζουνε
Παρατατικός
εγώ πλειστηρίαζα
εσύ πλειστηρίαζες
αυτός/αυτή/αυτό πλειστηρίαζε
εμείς πλειστηριάζαμε
εσείς πλειστηριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλειστηρίαζαν / πλειστηριάζαν / πλειστηριάζανε
Αόριστος
εγώ πλειστηρίασα
εσύ πλειστηρίασες
αυτός/αυτή/αυτό πλειστηρίασε
εμείς πλειστηριάσαμε
εσείς πλειστηριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλειστηρίασαν / πλειστηριάσαν / πλειστηριάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλειστηριάζω
εσύ θα πλειστηριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλειστηριάζει
εμείς θα πλειστηριάζουμε
εσείς θα πλειστηριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλειστηριάζουν / θα πλειστηριάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλειστηριάσω
εσύ θα πλειστηριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλειστηριάσει
εμείς θα πλειστηριάσουμε
εσείς θα πλειστηριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλειστηριάσουν / θα πλειστηριάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλειστηριάσω
εσύ να πλειστηριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλειστηριάσει
εμείς να πλειστηριάσουμε
εσείς να πλειστηριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλειστηριάσουν / πλειστηριάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλειστηριάσει
εσύ έχεις πλειστηριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλειστηριάσει
εμείς έχουμε πλειστηριάσει
εσείς έχετε πλειστηριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλειστηριάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλειστηριάσει
εσύ είχες πλειστηριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλειστηριάσει
εμείς είχαμε πλειστηριάσει
εσείς είχατε πλειστηριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλειστηριάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλειστηριάσει
εσύ θα έχεις πλειστηριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλειστηριάσει
εμείς θα έχουμε πλειστηριάσει
εσείς θα έχετε πλειστηριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλειστηριάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πλειστηρίαζε
(εσείς) πλειστηριάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλειστηρίασε
(εσείς) πλειστηριάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλειστηριάζομαι
εσύ πλειστηριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πλειστηριάζεται
εμείς πλειστηριαζόμαστε
εσείς πλειστηριάζεστε / πλειστηριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλειστηριάζονται
Παρατατικός
εγώ πλειστηριαζόμουν / πλειστηριαζόμουνα
εσύ πλειστηριαζόσουν / πλειστηριαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πλειστηριαζόταν / πλειστηριαζότανε
εμείς πλειστηριαζόμασταν / πλειστηριαζόμαστε
εσείς πλειστηριαζόσασταν / πλειστηριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλειστηριάζονταν / πλειστηριαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πλειστηριάστηκα
εσύ πλειστηριάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πλειστηριάστηκε
εμείς πλειστηριαστήκαμε
εσείς πλειστηριαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλειστηριάστηκαν / πλειστηριαστήκαν / πλειστηριαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλειστηριάζομαι
εσύ θα πλειστηριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πλειστηριάζεται
εμείς θα πλειστηριαζόμαστε
εσείς θα πλειστηριάζεστε / θα πλειστηριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλειστηριάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλειστηριαστώ
εσύ θα πλειστηριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πλειστηριαστεί
εμείς θα πλειστηριαστούμε
εσείς θα πλειστηριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλειστηριαστούν / θα πλειστηριαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλειστηριαστώ
εσύ να πλειστηριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πλειστηριαστεί
εμείς να πλειστηριαστούμε
εσείς να πλειστηριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλειστηριαστούν / πλειστηριαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλειστηριαστεί
εσύ έχεις πλειστηριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλειστηριαστεί
εμείς έχουμε πλειστηριαστεί
εσείς έχετε πλειστηριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλειστηριαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλειστηριαστεί
εσύ είχες πλειστηριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλειστηριαστεί
εμείς είχαμε πλειστηριαστεί
εσείς είχατε πλειστηριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλειστηριαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλειστηριαστεί
εσύ θα έχεις πλειστηριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλειστηριαστεί
εμείς θα έχουμε πλειστηριαστεί
εσείς θα έχετε πλειστηριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλειστηριαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πλειστηριάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλειστηριάσου
(εσείς) πλειστηριαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πλειστηριάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πλειστηριάσει
Απαρέμφατο
πλειστηριάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πλειστηριαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.