to fall down on, crash down, come down on (collapse so that the remains are on top of)
Πλήρης κλίση του ρήματος πλακώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλακώνω
εσύ πλακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό πλακώνει
εμείς πλακώνουμε
εσείς πλακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά πλακώνουν / πλακώνουνε
Παρατατικός
εγώ πλάκωνα
εσύ πλάκωνες
αυτός/αυτή/αυτό πλάκωνε
εμείς πλακώναμε
εσείς πλακώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλάκωναν / πλακώναν / πλακώνανε
Αόριστος
εγώ πλάκωσα
εσύ πλάκωσες
αυτός/αυτή/αυτό πλάκωσε
εμείς πλακώσαμε
εσείς πλακώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλάκωσαν / πλακώσαν / πλακώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλακώνω
εσύ θα πλακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλακώνει
εμείς θα πλακώνουμε
εσείς θα πλακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλακώνουν / θα πλακώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλακώσω
εσύ θα πλακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλακώσει
εμείς θα πλακώσουμε
εσείς θα πλακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλακώσουν / θα πλακώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλακώσω
εσύ να πλακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλακώσει
εμείς να πλακώσουμε
εσείς να πλακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλακώσουν / πλακώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλακώσει
εσύ έχεις πλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλακώσει
εμείς έχουμε πλακώσει
εσείς έχετε πλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλακώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλακώσει
εσύ είχες πλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλακώσει
εμείς είχαμε πλακώσει
εσείς είχατε πλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλακώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλακώσει
εσύ θα έχεις πλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλακώσει
εμείς θα έχουμε πλακώσει
εσείς θα έχετε πλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλακώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πλάκωνε
(εσείς) πλακώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλάκωσε
(εσείς) πλακώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλακώνομαι
εσύ πλακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πλακώνεται
εμείς πλακωνόμαστε
εσείς πλακώνεστε / πλακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλακώνονται
Παρατατικός
εγώ πλακωνόμουν / πλακωνόμουνα
εσύ πλακωνόσουν / πλακωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πλακωνόταν / πλακωνότανε
εμείς πλακωνόμασταν / πλακωνόμαστε
εσείς πλακωνόσασταν / πλακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλακώνονταν / πλακωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ πλακώθηκα
εσύ πλακώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πλακώθηκε
εμείς πλακωθήκαμε
εσείς πλακωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλακώθηκαν / πλακωθήκαν / πλακωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλακώνομαι
εσύ θα πλακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πλακώνεται
εμείς θα πλακωνόμαστε
εσείς θα πλακώνεστε / θα πλακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλακώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλακωθώ
εσύ θα πλακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πλακωθεί
εμείς θα πλακωθούμε
εσείς θα πλακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλακωθούν / θα πλακωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλακωθώ
εσύ να πλακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πλακωθεί
εμείς να πλακωθούμε
εσείς να πλακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλακωθούν / πλακωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλακωθεί
εσύ έχεις πλακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλακωθεί
εμείς έχουμε πλακωθεί
εσείς έχετε πλακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλακωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλακωθεί
εσύ είχες πλακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλακωθεί
εμείς είχαμε πλακωθεί
εσείς είχατε πλακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλακωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλακωθεί
εσύ θα έχεις πλακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλακωθεί
εμείς θα έχουμε πλακωθεί
εσείς θα έχετε πλακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλακωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πλακώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλακώσου
(εσείς) πλακωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πλακώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πλακώσει
Μετοχή παρακειμένου
πλακωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πλακώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πλακωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.