2 διαφορετικά ρήματα « πλήττω »:
πλήττω — to be bored · πλήττω — to strike, smite
to be bored
Πλήρης κλίση του ρήματος πλήττω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλήττω
εσύ πλήττεις
αυτός/αυτή/αυτό πλήττει
εμείς πλήττουμε
εσείς πλήττετε
αυτοί/αυτές/αυτά πλήττουν / πλήττουνε
Παρατατικός
εγώ έπληττα
εσύ έπληττες
αυτός/αυτή/αυτό έπληττε
εμείς πλήτταμε
εσείς πλήττατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπλητταν / πλήτταν / πλήττανε
Αόριστος
εγώ έπληξα
εσύ έπληξες
αυτός/αυτή/αυτό έπληξε
εμείς πλήξαμε
εσείς πλήξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπληξαν / πλήξαν / πλήξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλήττω
εσύ θα πλήττεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλήττει
εμείς θα πλήττουμε
εσείς θα πλήττετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλήττουν / θα πλήττουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλήξω
εσύ θα πλήξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλήξει
εμείς θα πλήξουμε
εσείς θα πλήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλήξουν / θα πλήξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλήξω
εσύ να πλήξεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλήξει
εμείς να πλήξουμε
εσείς να πλήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλήξουν / πλήξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλήξει
εσύ έχεις πλήξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλήξει
εμείς έχουμε πλήξει
εσείς έχετε πλήξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλήξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλήξει
εσύ είχες πλήξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλήξει
εμείς είχαμε πλήξει
εσείς είχατε πλήξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλήξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλήξει
εσύ θα έχεις πλήξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλήξει
εμείς θα έχουμε πλήξει
εσείς θα έχετε πλήξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλήξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πλήττε
(εσείς) πλήττετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλήξε
(εσείς) πλήξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πλήττοντας / έχοντας πλήξει
Απαρέμφατο
πλήξει
to strike, smite
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλήττω
εσύ πλήττεις
αυτός/αυτή/αυτό πλήττει
εμείς πλήττουμε
εσείς πλήττετε
αυτοί/αυτές/αυτά πλήττουν / πλήττουνε
Παρατατικός
εγώ έπληττα
εσύ έπληττες
αυτός/αυτή/αυτό έπληττε
εμείς πλήτταμε
εσείς πλήττατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπλητταν / πλήτταν / πλήττανε
Αόριστος
εγώ έπληξα
εσύ έπληξες
αυτός/αυτή/αυτό έπληξε
εμείς πλήξαμε
εσείς πλήξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπληξαν / πλήξαν / πλήξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλήττω
εσύ θα πλήττεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλήττει
εμείς θα πλήττουμε
εσείς θα πλήττετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλήττουν / θα πλήττουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλήξω
εσύ θα πλήξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλήξει
εμείς θα πλήξουμε
εσείς θα πλήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλήξουν / θα πλήξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλήξω
εσύ να πλήξεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλήξει
εμείς να πλήξουμε
εσείς να πλήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλήξουν / πλήξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλήξει
εσύ έχεις πλήξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλήξει
εμείς έχουμε πλήξει
εσείς έχετε πλήξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλήξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλήξει
εσύ είχες πλήξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλήξει
εμείς είχαμε πλήξει
εσείς είχατε πλήξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλήξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλήξει
εσύ θα έχεις πλήξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλήξει
εμείς θα έχουμε πλήξει
εσείς θα έχετε πλήξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλήξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πλήττε
(εσείς) πλήττετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλήξε
(εσείς) πλήξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλήττομαι
εσύ πλήττεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πλήττεται
εμείς πληττόμαστε
εσείς πλήττεστε / πληττόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλήττονται
Παρατατικός
εγώ πληττόμουν / πληττόμουνα
εσύ πληττόσουν / πληττόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πληττόταν / πληττότανε
εμείς πληττόμασταν / πληττόμαστε
εσείς πληττόσασταν / πληττόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πλήττονταν / πληττόντουσαν
Αόριστος
εγώ πλήγηκα
εσύ πλήγηκες
αυτός/αυτή/αυτό πλήγηκε / επλήγη
εμείς πληγήκαμε
εσείς πληγήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πλήγηκαν / πληγήκαν / πληγήκανε / εξελέγησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλήττομαι
εσύ θα πλήττεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πλήττεται
εμείς θα πληττόμαστε
εσείς θα πλήττεστε / θα πληττόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλήττονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πληγώ
εσύ θα πληγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πληγεί
εμείς θα πληγούμε
εσείς θα πληγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πληγούν / θα πληγούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πληγώ
εσύ να πληγείς
αυτός/αυτή/αυτό να πληγεί
εμείς να πληγούμε
εσείς να πληγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πληγούν / πληγούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πληγεί
εσύ έχεις πληγεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πληγεί
εμείς έχουμε πληγεί
εσείς έχετε πληγεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πληγεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πληγεί
εσύ είχες πληγεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πληγεί
εμείς είχαμε πληγεί
εσείς είχατε πληγεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πληγεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πληγεί
εσύ θα έχεις πληγεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πληγεί
εμείς θα έχουμε πληγεί
εσείς θα έχετε πληγεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πληγεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πλήττεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλήξου
(εσείς) πληγείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πλήττοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πλήξει
Μετοχή παρακειμένου
πληγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πλήξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πληγεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.